1
 
“..Παναή!!”
“…. Κυρά Μαρούσα!!! Κυρά Μαρούσα!!!! Έβγα έξω!
Που είσαι μωρέ; ….Κυρά Μαρούσα;”
Απ΄ την φωνή την έβγαλα τη Γιωργούλα της κυρά Λωξάντρας , που φώναζε τη μάνα μου.
Αλλά γιατί  είναι τόσο ταραγμένη και πως  βρέθηκε εδώ ; Το σπίτι τους είναι στα Αλάγα ,τρεις ώρες δρόμος!
“Αναγιά μ΄ Κυρά Μαρούσα που είσαι;”, ξαναφώναξε η Γιωργούλα.
Η μάνα  μου ήταν  σκυμμένη πάνω στο πάγκο και ζύμωνε  αετουδάκια για τη σκόλη που ερχόταν. Αλαφιασμένη πετάχτηκε πάνω, και σκουπίζοντας τα χέρια της από τη ζύμη στη ποδιά της , έτρεξε  στην εξώπορτα .
“Τι έχεις κόρη μ΄ και φωνάζεις ; Τι έπαθες γιαβρί μου;”
“Μια στιγμή καλέ θειά ,να πάρω μια ανάσα….!”
“Πε μου παιδί μου και μ’ έσκασες !!”
“Ζερζελές θειά! μεγάλος ζερζελές! Με στέλνει ο πατέρας μου , να σας πω να κατεβείτε στο λιμάνι αμέσως .Οι τούρκοι πήρανε τη Μαγνησία και φτάνουν στον κάμπο της Μενεμένης. Όπου νάνε σιμώνουν  και αλίμονο μας!
Θα μας ξεκληρίσουνε! Απ’ όπου περνούνε δεν αφήνουν πέτρα απάνω σ’ άλλη !
Ο μπάρμπα Γιωργής είπε του πατέρα μου, ότι δεν αφήσανε τίποτα όρθιο!”
“Υβή !!!Αναγιά μ’ τι μου λες κόρη μου;”
“Γρήγορα λέμε ,πάρε δυο ρούχα για τα παιδιά ,και τρεχάτε στο λιμάνι!
Έχουνε ετοιμάσει τις γκαζολίνες να περάσομε  καρσί στη Μυτιλήνη.
Και από κει ….έχει ο Θεός!”
Αυτό ήταν…
Έπεσε ο ουρανός στο κεφάλι μου!
Καθώς γύρισε η μανά μου να με κοιτάξει, ένα δάκρυ κύλησε  στο μάγουλο της !
Εγώ  βλέπετε ήμουν ο μεγάλος! Δεκαέξι χρονώ παιδί, κι όμως……  ήμουν ο μεγάλος!!
Ο πατέρας μου, ο μάστρο Αντώνης ήταν στη θάλασσα !Είχανε μπαρκάρει πριν τρεις μέρες με το καΐκι του Θωμά ,για καλαμάρια! Φθινόπωρο βλέπεις, με τα πρώτα κρύα!!
Και τώρα πως θα τον μάθαινε το χαλασμό; Ποιος θα τους το μηνύσει στο πέλαγο;
Και εμείς ; Που θα πάμε; Έξι αδέρφια είμαστε ,και η μάνα μου γκαστρωμένη ; Τι θα γενούμε στη Μυτιλήνη;
“Παναή”!! Μου είπε  η μανά μου, σκουπίζοντας τα μάτια της  με τα χέρια .Ζύμη  μαζί με δάκρυ .Ήμουν  δέκα  ασκελιές  μακριά ,όμως μα τη Παναγιά εκείνη τη στιγμή μου μύρισε αρμυροκούλουρο !!  Το πιο πικρό αρμυροκούλουρο στη ζωή μου !!
“Παναή”!! Μου ξαναφώναξε , “σύρε να ξυπνήσεις τα μικρά ,και ντύσε τα γρήγορα!
Εγώ πάω από του παπά ,να του πω να παίξει τη καμπάνα . Ετοιμαστείτε και έρχομαι.”
Γυρνώντας στη Γιωργούλα ,τη φιλεί και της λέει:
“Άμε κοπελιά μου ισ’με  το Καβακλί, και πέτο του Νικολή  μου .Εδά  του΄ρθενε  του ζεβζέκη να πάει να μάθει αμπατζής και δαύτος. Άμε γρήγορα ,και απέ πήγαινε σπίτι από το γιαλό. Μ ’ακούς μωρέ Γιωργουλιό, μην ανέβεις από τον  Γκιουζέλ νταή! Μ’ακούς;;;”
Άδικα των αδίκων φώναζε η μάνα μου!
Η Γιωργούλα είχε γίνει άνεμος κι’ολας ,καθώς η μάνα μου την αεροστάυριζε….!
 
2
Ούτε που θυμάμαι πότε άκουσα πρώτη φόρα για εκείνη.
Η θύμηση μοιάζει πιο πολύ σαν όνειρο,  με τον παππού μου να κάθετε μπροστά στο τζάκι και να μας λέει μια από τις πολλές ιστορίες για την εκστρατεία, τη Σμύρνη το Εσκί Σεχίρ και το Γιάνναρο , την “αθρώπα” όπως έλεγε ο παππούς ,που η πίστη ότι ήταν πλασμένος για κάτι μοναδικό τον έκανε να μη φοβάται τίποτα!
Μου  άρεσε να βάζω τίτλους στις ιστορίες του. Αυτό βοηθούσε εμένα και τον αδερφό μου να τις ξαναθυμόμαστε και να τις συζητάμε όταν γυρίζαμε στην πόλη.  Αυτή όμως η τελευταία ιστορία του παππού πιστέψαμε ότι ήταν κάτι παραπάνω από μια απλή ιστορία .
Θυμάμαι μάλιστα ότι τελειώνοντας την διήγηση της μας ζήτησε να δώσουμε υπόσχεση και όρκο στην παναγιά πως θα ψάξουμε να βρούμε αυτόν που αυτός δεν κατάφερε να βρει!
¨Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΑΡΧΗ ¨
Ήταν Αύγουστος του 21.
Με το Γιάνναρο, καθόμασταν και καπνίζαμε στο φυλάκιο όταν ακούστηκε ένας κρότος.Εγώ,απορροφημένος θες, κουρασμένος θες, δεν έδωσα και πολύ σημασία παρά μόνο όταν τον είδα να γονατίζει.Μου κόπηκε η ανάσα. Από μια μικρή πληγή στο στήθος του είχε αρχίσει να τρέχει αίμα!Τον άρπαξα στα χέρια και τρέχοντας τον πήγα στο πρόχειρο νοσοκομείο.Τα μάτια του ήταν κόκκινα και η φωνή του ίσα που έβγαινε απ’ τα χείλι του. Μου πιασε τη χέρα και μού ’πε πως βλέπει τα σημάδια, και πως η ώρα που μιλά η Προφητεία κοντοσιμώνει. Με κοίταξε με μια μαθιά σα να ’βλεπε πέρα από μένα, και μου ζήτησε να μην φύγω από το πλάι του!
Δέκα εννέα μερόνυχτα άντεξε , εγώ πάντα δίπλα του να του κρατώ τη χέρα και να ακούω τα λόγια του . Πότε είχανε λογική, και ποτέ ήτανε ακαταλαβίστικα σα παραλήρημα.Άκουγα και έγραφα . Γέμισα με αυτά ένα μικρό βιβλίο χωρίς όμως ποτέ να καταλάβω το νόημα τους!
Την εικοστή μέρα έσβησε, και εγώ έχασα τον αδερφό μου.Ένιωθα όμως ότι είχα μια αποστολή και ένα μεγάλο μυστικό που έπρεπε να ξεδιαλύνω!
 
3
“Μαρούσα !! Μαρούσα !!”
Δεν ξέρω σε  πόση ώρα είμαστε στο δρόμο έξω από τον κούλα μας.
Ξέρω όμως ότι όση ώρα ήμαστε εκεί απέξω ανακούρκουδα, μαύρος καπνός  βγαίνει απ’ τη μεριά  του κάμπου! Μέσα μας νιώθαμε μια αναμπουμπούλα , μια αντάρα!
Κι όμως είναι αφύσικο,είναι τρελό!
Από τη μια να βλέπεις το μαύρο καπνό να σιμώνει ,και την ίδια στιγμή η μυρωδιά από τη μπαρμπαρούσα να σου τρυπά τη μύτη!
Πίσω μου αντάρα και χαλασμός , και μπροστά μου η Νέα Φώκαια  μες τη γαλήνη του πρωινού, με την απεραντοσύνη της θάλασσας να την αγκαλιάζει!
Ξαφνικά η  καμπάνα  του Αη Γιώργη ακούστηκε δυνατά!
Ούτε ξέρω για πότε πήγε και ήρθε η μάνα μου!
“Παναή, ζέψτε τον αραμπά με το Στελάκι ,και ανεβείτε πάνω!”
Η μάνα μου μπήκε στο σπίτι ,έκλεισε τα παντζούρια ,και βγήκε έξω.
Μόνο που κείνη την στιγμή ,καθώς έβγαινε , το μάτι μου την έπιασε να βάζει στο κόρφο της διπλωμένο ένα  χαρτί!! Δεν έδωσα σημασία .Που να ήξερα  άλλωστε!!
Κλείδωσε ,έκανε το σταυρό της  και έπιασε τα γκέμια………
Η πόλη είχε ξυπνήσει για τα καλά!!
Χαλασμός Κυρίου!!
Όλοι ήταν στους  δρόμους και προσπαθούσαν να φτάσουν στο λιμάνι. Άντρες  γυναίκες και παιδιά .Γέροι, και νέοι! Πλούσιοι και φτωχοί!!
Τα νέα ερχόντουσαν  από ένα γύρω σαν αστροπελέκια ….πιάσανε τον ένα , σκοτώσανε τον άλλο, έχουνε φτάξει στο Αιβαλί! , χθες μπήκανε στη Σμύρνη!!
Όσοι γλιτώσανε πέρασαν άρον-άρον απέναντι.
Πάγωσα. Ωχ Αναγιά μ’ τι μας περιμένει.
Περνώντας  από το μαχαλά που είναι το σπίτι του φίλου μου του Ισμαήλ,  τον είδα στο παραθύρι να μου γνέφει κλαίγοντας καλό ταξίδι! Εκείνος και η φαμίλια του θα έμεναν. Αυτοί αλώστε δεν έχουν φόβο! Ελπίζω τουλάχιστον …, γιατί οι Τσέτες δεν αστειεύονται!
Φτάσαμε στο λιμάνι και αφήκαμε τον αραμπά πιο πριν. Δεν μπορούσαμε να περάσουμε  για τις γκαζολίνες !  Είχε τόσο πολύ κόσμο! Ανάκατα φωνές με  κλάματα!
“Παναή το νου σου τα μικρά” φωνάζει  η μανά μου!
“Στέλιο προσέχετε, και να ’στε όλοι κοντά μου!”
Ξάφνου μια φωνή ακούγεται!
“Μαρούσα !! Μαρούσα !!” 
Ήταν ο πατέρας μου και μας περίμενε στο μόλο!  Είχανε δει από τα χθες τη χαλασιά στη Σμύρνη και πήρανε τα μάτια τους να γυρίσουνε πίσω! Τρέχουν τα μικρά στην αγκαλιά του, και  χωρίς να δέσει  καθόλου το καΐκι ,πηδούμε απάνω ,πατώντας ο ένας πάνω στον άλλο! Αχταρμάς!! Είχε έρθει και ο Νικολάκης από το Καβακλί ,μαζί με τη Γιωργούλα και τη φαμίλια της!  Εκεί ήταν και  η φαμίλια του καπετάν Θωμά!
Ευτυχώς ήμαστε όλοι μαζί, και ήμαστε καλά!
Το καΐκι ξεκίνησε ,καθώς πίσω η αντάρα έφτανε στη πόλη.
Η καμπάνα σταμάτησε ξαφνικά. Η μάνα μου κοιτάχτηκε με τον πατέρα μου .Ο παπάς δεν πρόλαβε !
Τον προλάβανε άλλοι………
 
4
“Ο ΓΙΑΝΝΑΡΟΣ”
Ίσα που χα πατήσει τα χώματα της Μικρασίας , και μου κάνανε γιουρούσι οι παλιοί για πλιάτσικο στα πράματα μου. Εγώ , από τη ζάλη τση βάρκας και την κούραση δεν είχα ούτε πνοή. Τση’ βλεπα να’ ρχουνται αγριεμένοι και κοκάλωσα, έκλεισα τα μάτια και περίμενα να πάρουνε ότι πάρουνε και μετά θα έβλεπα πως θα πορευόμουν .
Τότε  ένιωσα μια σκιά από πάνου μου και μια μουρμούρα.
Άνοιξα τα μάτια κι είδα μιαν αθρώπα να με ξανοίγει και να γελά!Οι παλιοί είχανε σκορπίσει, κι εγώ είχα μείνει κουλουριασμένος και αποσβολωμένος να τον κοιτώ. “Εσύ μωρέ είσαι ο κρητικός από το Ρέθεμνος ;” μου είπε και μου’ δοκε τη χέρα του .
Από τότες και μετά εγώ κι ο Γιάνναρος, όπως τόνε φωνάζανε ούλοι γίναμε αχώριστοι. Δεν επολύκατάλαβα ήντα μου βρήκε και με συμπάθησε, το σίγουρο είναι παντως ότι κανείς δεν τάβαζε μαζί μου γιατί τονε τρέμανε. Είχε σφάξει 30 άπιστους μοναχός λέγανε κάποιοι , είχε σκοτώσει ένα άλογο με τη χέρα του λέγαν άλλοι , ούλοι στο στρατόπεδο είχανε και μια ιστορία για το Γιάνναρο!
Τσ’ ώρες απού ’μαστε μαζί μια βολά μοναχά μου μίλησε για τον απατό του.Είχε πάρει ένα από τα γράμματα που ερχόταν κάθε μήνα , αυτά που διάβαζε μοναχός του,  και μετά τα΄καιγε με προσοχή.
Το κρατούσε στη χέρα και ξάνηγε προς τη μεριά απού ‘ναι η θάλασσα .
Σα τόνε  πλησίασα , με ξάνοιξε και με τη τραχιά φωνή του μου πε πως κουράστηκε να πολεμά και πως θα θελε να πα να βρει το παπά Μανόλη που η μοίρα το φέρε να ξαναβρεθούν, και να πάνε μαζί πίσω στο Ρέθεμνος.
Τότες είδα για πρώτη φορά τα μάθια του να βουρκώνουν ,τα σκούπισε με τη μανίκα του και ξεμάκρυνε…
 
5
“Ένα στρογγυλό κόνισμα!!”
Τέσσερις  ώρες κάναμε να φτάξουμε .Βοήθησε και η θάλασσα  που ’χε λαδιά.
Μόλις πατήσαμε στη Μυτιλήνη, μπήκε μπροστά σαν το κεσέμι ένας χωροφύλακας, και  μας επήγαν ούλους μαζί όξω απ ’το λιμάνι σε ένα χωράφι γεμάτο λαλέδες  και ψηλά τσάμια .
Εκεί κάναμε το γιατάκι μας ,να βγει η νύχτα.
Αύριο έχει ο θεός!
Μας έφεραν και μια γαλατερή ,και ο πατέρας μου έπιασε ένα μπαρκάτσι γάλα  για τα μικρά .Απέ  αποκάμανε  δίπλα σ ’ένα αγκωνάρι ,μην τα πιάσει το απόϊ .
Το βράδυ λίγο  πριν κλείσω τα μάτια μου, κατάλαβα μες τον ύπνο μου, τη μάνα μου να μιλεί με τον πατέρα μου δίπλα απ ’τη φωτιά .
Δεν μπορούσα να τους ακούσω ,όμως την είδα να του δείχνει το χαρτί που φυλούσε κατάσαρκα! Κάτι  έπιασε τ’ αφτί μου  για ένα θαύμα…,  για τρία αδέρφια…, αλλά δεν έβγαλα νόημα!
Κι όπως έκαμε  η μάνα μου να φυλάξει το κιτάπι ,είδα στο στήθος  της  κρεμασμένο ένα στρογγυλό κόνισμα!!
Ένα κόνισμα  κορτάλι με την εικόνα της Παναγιάς!
Της Παναγιάς  της Μεσοσπορίτισσας!!
Μου φάνηκε γνωστό όμως! Κάπου το’ χα ξαναδεί αλλά που;
Και ξαφνικά μου’ρθε!!
Ήταν του παπά Μανόλη!!
Τον  είχα δει στη λειτουργία  να το φορά στο λαιμό!
Μάλιστα ! Αυτό είναι!
Γιατί όμως το ’δώκε  στη  μάνα μου; Και πότε;
Ο παπά Μανόλης λίγα χρόνια πριν ,είχε έρθει απ ΄το Άγιο Όρος.
Καλός παπάς!
Ήταν ψηλός ,ξερακιανός ,μα με μια ημεράδα στο πρόσωπο ,που δεν είχα ματαδεί.
Λέγανε ότι ήταν Κρητικός ! Από το Ρέθεμνος!
Εγώ βέβαια δεν ήξερα που είναι αυτό το μέρος! Που να το’ ξερα  τότες ότι θα το μάθαινα ,και μάλιστα πολύ, πολύ καλά!
Και εγώ, και τα παιδιά μου,και τα εγγόνια μου!!!!
Η φωτιά σιγά-σιγά έσβησε ,και τα μάτια μου σφάλισαν…
 
6
“ΤΟ ΜΠΑΟΥΛΟ”
Είναι παράξενο πως μεγαλώνοντας ξεχνάς , και πως αυτά που ήταν όλος σου ο κόσμος ξεθωριάζουν και χάνονται .
Είχα πολλά χρόνια να μπω στο σπίτι του παππού , ίσως και από τότε που πέθανε .Μπαίνοντας μου ήρθε ένα ρίγος!Όλα αυτά που είχα ξεχάσει ήρθαν σαν εικόνες στο μυαλό μου, και γέμισαν κάθε γωνιά του σπιτιού .Εκεί κοιμόμαστε με τον αδερφό μου , εκεί παίζαμε , εκεί καθόμαστε και ακούγαμε τις ιστορίες στο τζάκι . Τότε θυμήθηκα, θυμήθηκα την υπόσχεση μου , και ένας κόμπος στο λαιμό,  μου έκοψε την ανάσα! Ξέχασα ! Ξέχασα τις ιστορίες , ξέχασα τον παππού. Έκατσα σε μια καρέκλα μην μπορώντας να κρατήσω τα δάκρια μου, και έκλαψα.
Σα  βρήκα το κουράγιο και σηκώθηκα, ήμουν σα χαμένος , γυρνούσα στο σπίτι και κοιτούσα προσπαθώντας να ξαναφέρω στο μυαλό μου όλα όσα είχα λησμονήσει . Άγγιζα τα κάδρα , τα έπιπλα  , έψαχνα κάτι που θα ξυπνήσει τις ξεχασμένες ιστορίες .Τότε το είδα στην άκρη της κάμαρας του παππού , το μπαούλο!
Πάντα είχαμε απορία τι να βρίσκεται μέσα , και κάναμε σενάρια . Η στολή του παππού , μου έλεγε ο αδερφός μου . Ένας θησαυρός έλεγα εγώ .Ανοίγοντας το σήμερα , είδα ότι τελικά και οι δύο είχαμε δίκιο!Ψαχουλεύοντας , κάτω από την στολή του παππού βρήκα το θησαυρό μου!
Το μικρό βιβλίο με τα λόγια του Γιάνναρου !
 
7
“…μια φωτιά από Εκείνον…”

“….Αυτή είναι η ιστορία γιε μου!
Και τώρα ξέρεις τι πρέπει να γενεί!!”
Τα μάτια που σφάλισαν αυτή τη φορά ,ήταν της μάνας μου!
Δεν μπορούσε να είναι πολύ καιρό χώρια απ ’τον  πατέρα μου .Πήγε μαζί του!
Η κυρά Μαρούσα, μετά  από τόσα και τόσα που πέρασε ,έσβησε!
Έσβησε σαν εκείνη τη φωτιά ,πριν από πολλά χρόνια στη Μυτιλήνη!
Η φωτιά που άναψε όμως μέσα μου άρχισε να φουντώνει!
Έπρεπε να κάνω το χρέος μου!
Το χρέος  προς το Θεό , και τη πατρίδα !
“Παναή  εγώ μπιτίζω , το ξέρω….
Γι ’αυτό γιόκα μ΄ πρέπει να μάθεις…
Πρέπει να μάθεις τι κουβαλούσαμε τόσα χρόνια με το μπουμπά σου!
….Το πρωί που φύγαμε απ ’τα μέρια μας ,όταν πήγα στου παπά Μανόλη….”
Έτσι ξεκίνησε η μανά μου την ιστορία .
Όλα άρχισαν με τα 12  αρχοντόπουλα!
Το μυστικό που ήρθε μαζί τους έπρεπε να κρυφτεί καλά , μέχρι να έρθει η ώρα ! Πότες  κανείς δε ξέρει!!  “Θα το καταλάβαιναν όμως”! Έτσι μου είπε η μάνα μου! “Όταν θα σκοτείνιαζε ο κόσμος ,χωρίς κιανένα λόγο, και  μια φωτιά από Εκείνον ,θα  έδειχνε το σωστό”!Έτσι έλεγε  η …. ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ!!!!
Τα ίχνη τους χάθηκαν.
Τα  χρόνια πέρασαν , αιώνες ολάκεροι ,ώσπου ο τελευταίος φύλακας , επειδή είχε μείνει  άκληρος  ως τα  ξέτελα του, το μοιράστηκε με τρία αδέρφια  που ήταν κοντά του ως το τέλος της ζήσης του!
Ο ένας απ ’ τους τρεις , ήταν ο …..παπά Μανόλης!!!
 
Έβγαλα προσεκτικά  το κόνισμα χωρίς να μπλέξει στη μπουρμάδα  της μάνας μου,
και το φόρεσα στο λαιμό μου……
Μετά την έκλαψα!
 
1_237_39i79dxjix
Αυτά μου είπε ο Γιάνναρος σαν εξομολόγηση όταν είδε πια πως δεν θα καταφέρει να σηκωθεί και μόνο όταν μου τα πε κατάλαβα το βάρος που κρατούσε όλα αυτά τα χρόνια.
“Η ΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΟΥ”
“Όλα ξεκίνησαν όταν ο αυτοκράτορας Αλέξιος έστειλε τσοι γόνους 12 αρχοντικών οικογενειών και το γιο του, τον Ιωάννη στην Κρήτη.
Πριν φύγουν κάλεσε τον Ιωάννη, και του’ δωκε το σεντούκι με το πολύτιμο μυστικό για να τόνε προστατεύει.
Σαν φτάσανε στο νησί ο Ιωάννης έδωσε στον Ανδρόνικο, τον παιδικό του φίλο το σεντούκι ορκίζοντας τον να το φυλάξει ακόμα και με τη ζωή του αν χρειαστεί μέχρι να επιστρέψει. Με αυτή την εντολή και την ευθύνη της φύλαξης του μυστικού να τον βαραίνει ο Ανδρόνικος επήγε στο Ρέθεμνος.
Λίγο καιρό μετά, αρρώστησε βαριά. Ο Ιωάννης δεν είχε επιστρέψει, και νιώθοντας το θάνατο κοντά παράδωσε το μυστικό σ’ αυτόν που πίστευε ότι θα σεβόταν τους όρκους. Πριν  ξεψυχήσει είδε όραμα τον αυτοκράτορα και αυτός του είπε πως πρέπει να φυλάξουν το σεντούκι μέχρι την στιγμή που :
“Η μέρα θα γίνει νύχτα και η νύχτα μέρα, τα άστρα θα χάσουν τον δρόμο τους ,οι σκιές θα ζωντανέψουν και τους τόπους θα στοιχειώσουν. Τότε, λίγο πριν το τέλος, το φως θα πει την αλήθεια και  θα γαληνέψει την οικουμένη!”
Ο Ιωάννης δεν επέστρεψε ποτέ στο Ρέθυμνο και έτσι το σεντούκι άλλαζε χέρια ως την στιγμή που το βάρος της ευθύνης ήρθε σε μένα και τα δύο αδέρφια μου, το Μανόλη και τον Κωστή . Ο φόβος ότι οι Άπιστοι στο Ρέθεμνος είχανε μάθει το μυστικό,  μας έκανε να κρύψουμε το σεντούκι και να βάλουμε σημάδια που μπορεί να αποκαλύψει μόνο αυτός που έχει ικανότητα και δύναμη να το προστατέψει . Θα ξέρει την ιστορία του και θα έχει στα χέρια του αυτά που χρειάζονται .
Μόλις τελειώσαμε χωριστήκαμε παίρνοντας ο καθένας ένα μέρος του γρίφου. Εγώ και ο Μανόλης φύγαμε μακριά δίνοντας υπόσχεση να ξαναβρεθούμε όταν το Ρέθεμνος θα είναι πια λεύτερο και ο Κωστής έμεινε να περιμένει την επιστροφή μας .”
Μετά με κοίταξε και μου πε:
“Άκουσα τσοι γιατρούς να μιλούν και ξέρω δεν θα ξαναδώ ποτές το Ρέθεμνος.Εσύ όμως πρέπει να πας πίσω .Βρες το Μανόλη που είναι παπάς στη Νέα Φώκαια .Δώσε του τα υπάρχοντα μου και πες του πως εσύ θα σαι εδά ο αδερφός του ο μικρός,και πως πριν βγει η ψυχή μου σε όρκισα στην Παναγία.!”

← Πίσω