logofinal

 

 

 

 

 

Κεφάλαιο 1

Βενετία, 9/1/2015 
 
Η Αριάδνη απολάμβανε το latte machiatto της, συντροφιά με ένα Marlboro lights στο μικρό καφέ Florian της Piazza San Marco, σε ένα ακόμη από τα πολλά ταξίδια της στη Βενετία, όπου πήγαινε συχνά για να επισκεφτεί τη Μαρκιανή βιβλιοθήκη. Γέννημα θρέμμα Κρητικιά, από το Ρέθυμνο, τελείωσε τις σπουδές της στο ιστορικό-αρχαιολογικό Ρεθύμνου και έφυγε για μεταπτυχιακά στο Λονδίνο. Εκεί γνώρισε και τον καθηγητή και σύντροφό της, τον Jason, που έγινε γι΄αυτήν συνταξιδιώτης στις έρευνες και τις εμμονές της. Γιατί είχε εμμονές η Αριάδνη.  Τόσα χρόνια σπουδές, κόντευε τα τριάντα πια, μεταπτυχιακά, διδακτορικά, ποτέ δεν ήταν ευχαριστημένη. Δεν την ενθουσίαζαν τόσο πολύ τα πτυχία και οι τίτλοι. Την ανακάλυψη ήθελε, τη χαρά να βρει εκείνη αυτό που για αιώνες ήταν κρυμμένο και μυστικό. Γι΄αυτό άλλωστε και σπούδασε αρχαιολόγος. Από μικρό κοριτσάκι το έλεγε πως μια μέρα θα ανακαλύψει κάτι πολύ σπουδαίο.
Η Βενετσιάνικη πλατεία έσφυζε από κόσμο και βουή, όμως η Αριάδνη ταξίδευε με το μυαλό της στον τόπο της, στο Ρέθυμνο. Τότε που ήταν παιδάκι ακόμα κι έκανε τα ίδια όνειρα με αυτά που κάνει τώρα. Τότε που ζούσε ο παππούς της, ο Δημήτρης κι ήταν ο μόνος που έδειχνε τόσο μεγάλο ενδιαφέρον στην ερευνητική αυτή φύση της εγγονής του. Όσο το σκεφτόταν, σαν να της φαινόταν πια πως ήταν ο παππούς της τελικά που τη μπόλιασε με το μικρόβιο της αναζήτησης. Πόση μεγάλη χαρά είχε πάρει όταν η Αριάδνη πήρε το πτυχίο της στην Αρχαιολογία! Και πόσο παράξενα της είχαν φανεί τότε τα λόγια του. «Εγγόνα μου», της είχε πει τότε, «όλοι σου κάνουν δώρα σήμερα για την επιτυχία σου. Το δικό μου το δώρο, θα είναι το πιο μεγάλο και το πιο λαμπερό απ΄όλα!». Τα χρόνια πέρασαν κι ο παππούς της δεν της χάρισε τίποτα τελικά. Να το ξέχασε άραγε; Να μην πρόλαβε;       
-Aria darling, are you ready?
Ποτέ δεν τους κατάφερε τους ξένους να προφέρουν το όνομά της. Και όσο κι αν το μισούσε, η Αριάδνη, έγινε Άρια. Ήπιε την τελευταία γουλιά από τον καφέ της και ακολούθησε τον Jason προς την Calle Bianca Capello.
 

Κεφάλαιο 2

Κωνσταντινούπολη, 26 Μαρτίου 1453
 
Τη νύχτα που έφτασαν οι Κρητικοί, η Πόλη ξενυχτούσε στην Αγιά Σοφιά με προσευχές και λιτανείες. Από πουθενά δεν ερχόταν η βοήθεια που περίμενε. Κι όμως, εκείνη τη νύχτα, λες και απαντήθηκαν οι προσευχές, λες και άρχισε να αχνοφαίνεται το θαύμα. Δεν ήταν πολλοί. Τρία πλοία όλα κι όλα με καμιά διακοσαριά πολεμιστές το καθένα. Σίγουρα, δεν ήταν πολλοί. Μα ήταν όσοι έπρεπε για να αρχίσει ξανά η Πόλη να ελπίζει, να προσεύχεται και να πιστεύει στο αδύνατο. Δεν τους υποδεχτήκαμε με τιμές και τυμπανοκρουσίες, δε βγήκε ο κόσμος στο λιμάνι να τους προϋπαντήσει. Αθόρυβα μπήκαν στη Βασιλεύουσα, σχεδόν κρυφά και μυσταγωγικά κι αμέσως ζήτησαν να δουν τον Αυτοκράτορα. Εκεί τους είδα κι εγώ. Τα παλικάρια από την Κρήτη. Δε φορούσαν στολές με χρυσά και πλουμιά, μόνο μια κατάμαυρη φορεσιά φορούσανε κι είχαν ένα βλέμμα γεμάτο περηφάνια και δύναμη. Κάποιοι είπαν πως ήτανε αρχοντόπουλα, ευγενείς και πως οι ρίζες τους κρατούσαν από το Μίνωα, το μεγάλο βασιλιά της τότε θαλασσοκράτειρας Κρήτης. Εγώ λέω πως ήτανε λιοντάρια ανήμερα τούτοι οι καπετάνιοι.
Μόλις μπήκε ο Αυτοκράτορας σιώπησαν κι απόμειναν να τον κοιτάνε. Μια πολύχρωμη, χρυσή φιγούρα ανάμεσα στα μαύρα ρούχα τους, αχ, ήτανε λες κι έλαμπε ολόκληρος ο Βασιλιάς μου ξαφνικά και τη λάμψη του την έδιναν αυτοί οι μαύροι καπετάνιοι. Γιατί αναθάρρησε ο γενναίος, πίστεψε κι αυτός πως μπορεί να τη σώσει την Πόλη του την ακριβή. Δεν ήταν η στρατιωτική δύναμη ούτε και τα όπλα που φέραν οι Κρητικοί, μόνο ήτανε η ελπίδα πως δεν είμαστε μοναχοί μας.
 Τότε πήρε το λόγο ένας καπετάνιος, που αργότερα έμαθα πως τονε λένε Αντρέα και κατάγεται από τη Ρίθυμνα της Κρήτης. Κι είπε του Βασιλιά μου “Πέντε καράβια φύγαμε από το λιμάνι της Σούδας. Πέντε Κρητικοί Καπετάνιοι. Εγώ, από τη Ρίθυμνα, ο Μανούσος και ο Παυλής από τα Σφακιά, ο Γρηγόρης από τ΄Ασκύφου και ο Πέτρος από την Κυδωνία. Μα μόλις μπήκαμε στα στενά του Μαρμαρά πέσαμε στο μπλόκο του εχθρού έξω απ’το Προκονήσι. Δυο καράβια θυσιάστηκαν στο Τούρκικο ρεσάλτο, τυλίχτηκαν στις φλόγες για να μπορέσουμε εμείς να φτάσουμε στην Πόλη. Και χάθηκε ο γενναίος καπετάνιος, ο Δρουγγάριος Μανούσος Καλλικράτης, έλεος στην ψυχή του. Λίγοι μείναμε. Μα γάτεχέ το καλά Ρήγα. Εμείς που φτάσαμε ως εδώ θα δώσουμε και τη ζωή μας για να υπερασπιστούμε την Πόλη». Και φίλησε το παλικάρι το χέρι του Βασιλιά μου, κι εκείνος, ο Μεγάλος, λύγισε και τα μάτια του βουρκώσαν.
Από εκείνη τη νύχτα δεν έφυγα από το πλευρό του Καπετάν Αντρέα. Εκεί, στον πύργο του Λέοντος, μείναμε μέχρι το τέλος. Μέχρι την Τρίτη τη φαρμακερή που ήχησε στην Πόλη μου το «Εάλω».
 

Κεφάλαιο 3

Κωνσταντινούπολη, 30 Απριλίου 1453, ξημερώματα
 
Κοιμάται η Πόλη μου. Κοιμάται η Βασιλεύουσα. Μόνο ο Αυτοκράτορας ξαγρυπνά. Αυτός είναι μέρες τώρα που δεν κοιμάται, δεν ξεκουράζεται, μόνο τριγυρνά στα τείχη και στους πύργους σαν φάντασμα, χαμένος στις σκέψεις του, μιλάει στους στρατιώτες, τους εμψυχώνει. Όσο μπορεί. Μα δε μπορεί. Η θλίψη στα μάτια του δεν κρύβεται πια. Κι η Πόλη φοβάται. Φοβάται που ο Βασιλιάς της είναι θλιμμένος. Ξέρει; Γνωρίζει; Το νιώθει; Αυτός ο άνδρας ο γενναίος, ο ευλογημένος, πάντα είχε μια σύνδεση αλλόκοτη με την Πόλη του. Λες και δεν έχει δική του ύπαρξη, παρά υπάρχει μόνο μαζί με την Πόλη. Υπάρχει για την Πόλη. Λες και είναι ολόκληρος Πόλη. Γνώριζε, σίγουρα γνώριζε, τώρα πια το βλέπω καθαρά. Σε κάποια μυστικά σημεία του νου και του ονείρου του, ο Βασιλιάς μου ήξερε, του χε μιλήσει η Πόλη, του είχε πει πως σύντομα θα πέσει και πως θα πρέπει να πέσει κι εκείνος μαζί της. Τι βάρος κουβάλαγε ο Αυτοκράτορας… Τι φορτίο του έλαχε, να βλέπει ολοκάθαρα τη μοίρα τη δική του και του λαού του και να μη μιλά. Να δαγκώνει τα χείλη μέχρι να ματώσουν και να ξεστομίζει λόγια ελπίδας. Αλλά αυτός ήταν ο Παλαιολόγος. Γι αυτό και ποτέ δε χάθηκε στ΄αλήθεια, μόνο έγινε θρύλος και στοιχειό που ακόμα το φοβάται ο Τούρκος.
Εκείνη τη νύχτα ήρθε ο Βασιλιάς στον πύργο μας ξημερώματα, να συναντήσει τον Καπετάν Αντρέα. Τί λόγια αντάλλαξαν, δεν έμαθα τότε. Τα έμαθα πολύ αργότερα, όταν πια δεν υπήρχε ούτε η Πόλη μου, ούτε ο Βασιλιάς. Μα σίγουρα κάτι σπουδαίο είχε να του πει του Καπετάνιου γιατί απόμειναν όλη νύχτα οι δυο τους πλάι-πλάι, μπροστά στην Ωραία Πύλη, χωρίς να μιλάνε, μόνο χανότανε το βλέμμα τους στο μακρινό το νότο μέχρι που ξημέρωσε. Τότε σηκώθηκε ο Βασιλιάς, αγκάλιασε τον Αντρέα και με φωνή που έσπαγε κι έτρεμε του είπε:
-«Όταν θα ΄ρθει εκείνη η ώρα Αντρέα, ξέρεις τι πρέπει να κάνεις».
Κι ο Κρητικός δε μίλησε, μόνο κούνησε το κεφάλι, χωρίς να πάρει το βλέμμα του από το νότο.
 

Κεφάλαιο 4

Κωνσταντινούπολη,  28 Μαίου 1453, Δευτέρα
 
Η Αγιά Σοφιά ήταν ασφυκτικά γεμάτη εκείνη τη νύχτα. Ψαλμωδίες αντηχούσαν σε ολόκληρη την Πόλη. Ύμνοι μέσα στην Εκκλησιά και λιτανείες πάνω στα τείχη. Όλη η Πόλη μια προσευχή. Όλη η Πόλη μια παράκληση, μια ύστατη απελπισμένη κραυγή. Στο Θεό. Μόνο που ο Θεός δεν άκουγε. Την είχε εγκαταλείψει την Πόλη του τη μονάκριβη.
«Χαίρε, Θεού αχωρήτου χώρα. Χαίρε, σεπτού μυστηρίου θύρα»
Στην Εκκλησιά κι ο Ρήγας μου, πάντα με τον καπετάν Αντρέα στο πλάι του. Τις ύστατες τούτες ώρες, οι δυο τους ήταν αχώριστοι. Ποιά μοίρα απόκρυφη τους είχε δέσει; Προσεύχονταν κι αυτοί μόνο που δεν ήταν πια θλιμμένοι, δεν έσκιαζε φόβος τα μάτια τους κι ο Βασιλιάς έψελνε ολόλαμπρος λες κι είχε κατέβει το φως το Θείο να τον λούσει. Τον είδε ο κόσμος έτσι το Βασιλιά κι αναθάρρησε. Και τώρα δεν ήταν πια σπαρακτική κραυγή η προσευχή, ήτανε ύμνος θεϊκός κι εκστατικός.
«Χαίρε, των απίστων αμφίβολον άκουσμα. Χαίρε, των πιστών αναμφίβολον καύχημα»
Αυτή την τελευταία λειτουργία στην Αγιά Σοφιά την ξέχασε η Ιστορία. Την πρόλαβαν τα γεγονότα. Κι όμως, αυτές οι ύστατες στιγμές ήταν που έπρεπε να μείνουν παρακαταθήκη στο χρόνο. Το χρόνο, που τις ώρες εκείνες δεν υπήρχε. Όλα ήταν ένα, αχώριστα, άχρονα και αδιαίρετα. Ο κόσμος, η Αγιά Σοφιά, ο Βασιλιάς κι η Δέσποινα, ένα σώμα, μια δέηση, μια Πόλη σε ιερή έκσταση, μια Πόλη που λίγες ώρες πριν τον αφανισμό της έφτασε το ύψιστο μεγαλείο της. Όχι, δεν ήταν η ελπίδα για σωτηρία. Ήταν η πίστη η δυνατή που έκανε εκείνη τη νύχτα όλη την Εκκλησιά να λάμπει και να βροντά. Κι ο κόσμος υμνούσε, κι ο Ρήγας μου, λες κι είχε ήδη φύγει, λες κι είχε ήδη πάρει τη θέση του ανάμεσα στα Χερουβείμ, κι η εικόνα της Παναγιάς δάκρυσε, λένε. Αυτό που δε λένε είναι πως δάκρυσε όχι από λύπη, μα από υπερηφάνεια για το μεγαλείο των πιστών και του λαού της. Και ήτανε τόσο δυνατοί οι ύμνοι που σκιάχτηκαν οι πολιορκητές, λένε πάλι. Νομίσανε πως κατεβήκανε οι Αγγέλοι να προστατέψουνε την Πόλη. Και λουφάξανε οι άθλιοι και σιωπήσαν.
«Χαίρε, αστραπή τας ψυχάς καταλάμπουσα. Χαίρε, ως βροντή τους εχθρούς καταπλήττουσα»
Δε θυμάμαι πότε τελείωσε η λειτουργία, αν τελείωσε, πότε ξημέρωσε, πότε προδόθηκε η Βασιλεύουσα, πότε ξεκίνησε ο χαμός. Αυτό που θυμάμαι είναι ο Βασιλιάς. Όλη τη νύχτα τον κοιτούσα, ήθελα να γεμίσουνε τα μάτια μου από Αυτόν. Δεν ήξερα αν θα τον ξαναέβλεπα ποτέ. Τον ξαναείδα όμως. Λίγο αργότερα, να προσεύχεται μπροστά στην Αγία Τράπεζα. Με τον Αντρέα πάντα δίπλα του. Κι εκεί μπροστά… κάτι σαν να του έδωσε ο ευλογημένος του Αντρέα. Κι ο Κρητικός το σφιχτόδεσε στον κόρφο του, έτσι μου φάνηκε, σαν ιερό φυλαχτό. Κι όλη την υπόλοιπη νύχτα είχε τα χέρια μπροστά στην καρδιά του, σταυρωμένα. Να προστατεύει; Να προστατεύει τι; Τι ήταν αυτό που πήρε ο καπετάνιος; Κι αυτό το έμαθα πολύ αργότερα, όταν πια, διωγμένος κι εγώ από τον τόπο μου, σε έναν άλλο τόπο ευλογημένο, θα έπρεπε να φυλάξω τα ιερά του μυστικά. Εκεί, την τελευταία νύχτα της Πόλης, άρχισε η δική μου μοίρα να παίρνει μορφή, το δικό μου μικρό κομματάκι σ΄αυτό που λέγεται Ιστορία.
«Χαίρε, της ζωής θησαυρέ αδαπάνητε. Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.»
 

Κεφάλαιο 5

Κωνσταντινούπολη, 29 Μαίου 1453, Τρίτη μαύρη και καταραμένη
 
Έφτασε μια μισάνοιχτη πόρτα, ένα μικρό κενό στο χώρο και το χρόνο, σαν ένα ασήμαντο λάθος της Ιστορίας για να πέσει η Πόλη. Εκείνο το πρωί της Τρίτης, 29 Μαίου του 1453. Έπεσε η Βασιλεύουσα. Βρέθηκα, χωρίς να θυμάμαι πώς, χωρίς να θυμάμαι πότε, να τρέχω στους δρόμους χωρίς λόγο και σκοπό. Μόνο να δω. Να μη χάσω τίποτα. Να προλάβω. Να κλείσω στα μάτια και το νου μου αυτές τις στιγμές, μη χάσω τίποτα, να προλάβω… Λες και ήξερα πως εγώ, ο μικρός και κακομοίρης, θα έπρεπε να διαφυλάξω τα γεγονότα για να τα παραδώσω στις γενιές που θα ρθουν, μακριά και πέρα από την Πολη. Στους δρόμους ο κόσμος έτρεχε να σωθεί, οι εχθροί λεηλατούσαν και έκαιγαν, κατέστρεφαν, βίαζαν και ποδοπατούσαν. «Εάλω!». Μαγάριζαν τις πάλλευκες κόρες και βεβήλωναν τα ιερά και τα όσια. «Εάλω!». Παντού αντηχούσε σπαραχτικά μια μόνο λέξη. «Εάλω!». Αχ, Βασιλίδα, Πόλη των πόλεων, Μητέρα των Βασιλιάδων, γραμμένη ήτανε η μοίρα σου καιρό. Δε σε λυπήθηκε ο Θεός, δεν άκουσε τις προσευχές σου και χάθηκες άγρια στα χέρια των απίστων. Μα η μνήμη κι η ιστορία σου ποτέ δε θα χαθούνε, μ΄ακούς; Φάρος φωτεινός θα μείνει στους αιώνες, να φωτίζει τα πιο πυκνά σκοτάδια.
Κάπου μου φάνηκε πως είδα τον Αυτοκράτορα, χωρίς τα σκήπτρα και τις φορεσιές του, σαν ένας απλός στρατιώτης, να ορμάει με λύσσα ουρλιάζοντας, με δάκρυα και αίμα να στάζουν από τα μάτια του. Και έτσι χάθηκε ο ημίθεος, ψηλά στα τείχη των Βλαχερνών, σαν ένας απλός στρατιώτης, στο σωρό με τους πολλούς. «Εάλω». Και είπανε πως κι αν τον βρήκε ο Μωάμεθ και έκοψε το κεφάλι του για να το περιφέρει στην Πόλη, ακόμα ξυπνάει στον ύπνο του ιδρωμένος από τον τρόμο. Βλέπει, λέει, πως ζωντανεύει ο Ρήγας και έρχεται καβάλα στο άλογό του να τον αφανίσει. Και τότε κλαίει μόνος του ο μισερός και ντρέπεται και ζητάει συγχώρεση. «Εάλω!».
Τρέχοντας έφτασα στον πύργο του Λέοντος να βοηθήσω τους Κρητικούς να σωθούνε κι αυτοί, να μπουν στα πλοία τους να φύγουν. Και μόλις πλησίασα λίγο στον πύργο το κατάλαβα. Τι κάνουνε οι παλαβοί; Πολεμάνε ακόμα! Αντιστέκονται ακόμα! Εάλω η Πόλις, μα ο πύργος των Κρητικών δεν έχει πέσει. Γύρω από τον πύργο οι στρατιές μα πάνω του οι Κρητικοί ακόμα κρατάνε και πολεμάνε με λύσσα. Γενναίοι ή τρελοί; Δεν το κατάλαβαν πως έπεσε η Πόλη;  Κατάφερα να πλησιάσω τον καπετάν Αντρέα που εκείνη την ώρα, ήδη λαβωμένος από βέλη, έβγαζε το σπαθί του έτοιμος να χυθεί μοναχός του στο μπουλούκι.
– «Καπετάνιε, τι κάνεις; Πάμε να φύγουμε. Εάλω η Πόλη, καπετάνιε, τρέχα μωρέ κι εσύ να σωθείς!»
-«Θα φύγω Μανουήλ», μου είπε, «μα όχι για να σωθώ, παρά για να σώσω. Δεν ήρθε ακόμα η ώρα. Θα φύγουμε σε λίγο, όλοι μαζί. Θα το δεις. Αυτός ο πύργος δεν πρέπει να πέσει, Μανουήλ. Όχι ακόμα.»
Και τράβηξε το σπαθί του ορμώντας σε δυο γενίτσαρους, που μόλις τον είδαν τον κατάμαυρο να τρέχει καταπάνω τους, μπερδεύτηκαν οι κακομοίρηδες και γκρεμίστηκαν από τα τείχη.
 
Κωνσταντινούπολη, 1 Ιουνίου 1453
 
Δυο μερόνυχτα πολέμησαν οι Κρητικοί στον πύργο του Λέοντος. Δυο μερόνυχτα μαχόταν σαν τα λιοντάρια. Κι ας είχε πέσει η Πόλη, κι ας είχανε νικήσει οι εχθροί. Κι ας είχε σταματήσει να αντηχεί το «Εάλω» πια. Ο πύργος των Κρητικών δεν έπεσε ποτέ. Σαν ένα μαγικό παράλογο μες στον αφανισμό. Τόσο γενναίοι ήταν οι καπετάνιοι, που ο ίδιος ο Μωάμεθ έδωσε εντολή να μην τους πειράξει κανείς, παρά να τους αφήσουν να μπουν στο καράβι τους και να φύγουν. Από μεγαλοψυχία; Από σεβασμό; Από φόβο; Κανείς δεν ξέρει. Και πέρασαν τα παλικάρια μπροστά από τις στρατιές των γενίτσαρων, παραταγμένοι σαν να παρελαύνουν, με τα μαύρα ρούχα και τα λάβαρα ψηλά, κι αν κάποιος δεν ήξερε, θα λεγε πως είναι του θριάμβου η πορεία αυτή και όχι του διωγμού. Την τρίτη μέρα μπήκαν σε ένα καράβι και σάλπαραν για το νότο. Για τον τόπο τους. Σε κάποιο παράξενο γύρισμα της μοίρας, μπήκα κι εγώ στο ίδιο καράβι, κουβαλώντας στα χέρια μου το λαβωμένο καπετάνιο, τον Αντρέα, που από την πρώτη μέρα δε δέχτηκε να εγκαταλείψει τον πύργο, παρά έμεινε εκεί, να πολεμά, κι ας ήξερε πως η ζωή του σβήνει λίγο-λίγο. Τον Αντρέα, που τον έσφαζαν οι πόνοι, μα είχε ακόμα τα χέρια σταυρωμένα στον κόρφο του.
Το πλοίο έφυγε σούρουπο κι εγώ είχα απομείνει σε κάποιο κατάστρωμα με το βλέμμα καρφωμένο στο βορρά. Στην Πόλη μου, που άφηνα, που ξεμάκραινε σιγά-σιγά μέχρι που έγινε μια κουκίδα και χάθηκε από τα μάτια μου. Έτσι απλά, έσβησε η Βασιλεύουσα και τότε, μόνο τότε, έκλαψα.
 

 

Κεφάλαιο 6

Άθως, 10 Ιουνίου 1453
 
Πέντε μέρες ήμασταν στη θάλασσα, μια διακοσαριά Κρητικοί, όσοι απόμειναν και σώθηκαν από την άλωση, κι εγώ, ο Πολίτης, ο εξορισμένος από τον τόπο μου προς άλλο τόπο, άγνωρο. Δεν ήξερα πού θα με βγάλει τούτο το ταξίδι μα ήτανε μια φωνή πιο δυνατή απ τη δική μου που μου λέγε «ακλούθα». Τα καταγάλανα νερά που έβλεπα μου είπανε πως είναι το Αιγαίο πέλαγος και πως είμαστε κοντά στη Σαλονίκη. Ο Αντρέας ίσα που μπορούσε να σαλέψει πια, με δυσκολία μιλούσε, οι πληγές του όλο άνοιγαν κι έτρεχαν αίμα και πύο. Ήταν οι τελευταίες ώρες του και το ήξερε καλά. Το ήξερα κι εγώ, γι΄ αυτό δεν κούνησα στιγμή απ΄ το πλευρό του. Μέρες τώρα το ένιωθα πως με θέλει εκεί, πως κάτι τον καίει και θέλει να μου το πει, να ξαλαφρώσει. Το πλοίο έριξε άγκυρα σε μια μικρή χερσόνησο γιατί δεν είχαμε πια μήτε φαί μήτε νερό κι ο πυρετός τα θέριζε τα παλικάρια.
Μόλις πάτησα το πόδι μου στη στεριά το κατάλαβα. Το κατάλαβα πως ο τόπος τούτος ήταν ιερός, σαν την Πόλη μου την ευλογημένη. Και λέω, εδώ είναι, δε μπορεί, εδώ ήρθε η Παναγιά τώρα που έφυγε από τη Βασιλεύουσα. Εδώ έφερα και τον Αντρέα, στη Μεγάλη Βίγλα, να περιποιηθούν τις πληγές του οι μοναχοί, να φύγει ήσυχα, να μην πονά.
Δυο νύχτες άντεξε ο καπετάνιος. Την τρίτη με φώναξαν οι μοναχοί να πάω γιατί με ζητούσε. Κι αφού ξομολογήθηκε σ΄αυτούς τα κρίματά του, ήρθε η ώρα να ξομολογηθεί και σε μένα το μεγάλο μυστικό. Το μυστικό που του εμπιστεύτηκε ο Αυτοκράτορας, εκείνο το ξημέρωμα πάνω στον πύργο του Λέοντος.
Εκείνο το ξημέρωμα που οι δυο τους κοίταγαν στο νότο, μέχρι που το πρώτο φως της αυγής αγκάλιασε την Πόλη. Δεν πονούσε πια, η φωνή του δεν έτρεμε, είχε γαληνέψει.
-Η ζωή η δική μου σβήνει, Μανουήλ. Απέτυχα, δεν τα κατάφερα. Δεν πρόκαμα ο κακομοίρης. Μα πρέπει να τα καταφέρεις εσύ. Θέλεις να μάθεις τι μου είπε ο Βασιλιάς σου εκείνη τη νύχτα πάνω στα τείχη; «Αντρέα», μου είπε «σε λίγες μέρες από σήμερα, η Πόλη θα πέσει στα χέρια του εχθρού. Το ξέρω. Μου το είπε. Μην το πεις πουθενά. Μα δε λυπάμαι, Αντρέα. Γιατί τούτη η Πόλη δεν είναι μήτε τα τείχη, μήτε τα ντουβάρια, μήτε τα πλούτη. Μήτε οι άνθρωποι είναι. Κι εμείς μικροί κι ασήμαντοι είμαστε, Αντρέα. Μια αστραπή που λάμπει μια στιγμή στο αιώνιο και σβήνει.
Η Πόλη είναι το άυλο, το πνεύμα το θεϊκό. Κι αυτό δε θα πέσει σε κανενός εχθρού τα χέρια. Γιατί εσύ Αντρέα, θα φύγεις από εδώ. Και θα την πάρεις μαζί σου την Πόλη, να την κρατήσεις ζωντανή στους αιώνες που θα ρθουν. Να σκορπίσεις τις στάχτες της στα πλάτη και στα μήκη, μέχρι τον τόπο σου κι ακόμα παραπέρα, να μείνει η μνήμη ζωντανή, να μείνει η φλόγα άσβεστη, να μην ξεχάσει ο κόσμος κι η ιστορία. Δε μας εγκατέλειψε, Αντρέα, ο Θεός. Μην ακούς. Τον τόπο τούτο τον ευλόγησε όσο κανέναν άλλο. Μόνο αγαλλίαση να έχεις στην ψυχή σου τώρα πια. Όπως έχω κι εγώ.
Και μη με λυπηθείς, μην κλάψεις για μένα. Εγώ τη μοίρα μου την ξέρω και την καλωσορίζω. Το Χρέος μου το ιερό το έκαμα και θα φύγω ευτυχής κι ευλογημένος. Κάμε κι εσύ το δικό σου.
Γιατί η μοίρα δε σ΄έφερε τυχαία εδώ. Κράτα τούτο τον Πύργο όσο μπορείς, Κι έπειτα φύγε, Αντρέα, γύρνα στον τόπο σου και πάρε μαζί σου αυτό που ανήκει στη Ρίθυμνα κι εκεί πρέπει να επιστρέψει».
Κι ύστερα ο καπετάνιος άνοιξε τον κόρφο του και μου έδωσε το θησαυρό τυλιγμένο σε ένα ματωμένο ρούχο. Και πριν ξεψυχήσει ζήτησε συγχώρεση, όχι μόνο απ’το Θεό.
Μα και από τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο.
 

Κεφάλαιο 7

Ρέθυμνο 5 Ιουλίου 1453
 
Το επόμενο ξημέρωμα κινήσαμε πάλι για το νότο. Χωρίς τον Αντρέα. Η σωρός του έμεινε στον Άγιο Τόπο του Άθω. Ο τάφος του βρίσκεται στο νοτιοανατολικό άκρο της χερσονήσου να κοιτάει μια το βορρά, την Πόλη και μια το νότο, τον τόπο του, μάρτυρας σιωπηλός του ταξιδιού και ταξιδιώτης μυστικός της Ιστορίας.
Σούρουπο φτάσαμε στο νησί της Κρήτης. Και μόλις πλησιάσαμε λίγο στο λιμάνι, είδα την πόλη της Ρίθυμνας, που πρόβαλλε απέναντι από τα κύματα, αρχοντική και περήφανη σαν στολισμένη κόρη. Ο αέρας της μύριζε γιασεμί και αλμύρα κι η μικρή πόλη είχε τυλιχτεί στα χρώματα του δειλινού καθώς ο ήλιος κρυβόταν πίσω από το λόφο. Κι είπα, όμορφη και μαγική είναι και τούτη η πολιτεία, δε μπορεί, η ομορφιά μόνο σε τόπους μαγικούς πάει κι αράζει. Δεν είχα μπαγκάζια, μόνο το ματωμένο ρούχο του καπετάνιου κι αυτό που έφερα μαζί, στη Ρίθυμνα. Αυτό που πήρε ο καπετάνιος από του Αυτοκράτορα το χέρι κι έδωσε τη ζωή του να το προστατεύει. Για ώρες περιπλανήθηκα μαγεμένος στα σοκάκια της. Μικρά πανέμορφα στενά, πέτρινα σπίτια με ολάνθιστες αυλές, αυτό ήταν το Ρέθυμνο που πρωτοαντίκρυσα. Μαγεύτηκα από την ομορφιά του και μέθυσα από τα αρώματά του. Γιασεμί και αλμύρα, τούτο το άρωμα πάντα έμεινε στη μνήμη μου σαν το Ρέθυμνο που με καλωσόρισε. Κι ακόμα και τώρα, όπου μυρίσω γιασεμί κι αλμύρα, θυμάμαι τη μέρα που πρωτοπερπάτησα στην όμορφη πόλη. Χάθηκα στο μυρισμένο λαβύρινθο απ΄ τα σοκάκια της, ανέβηκα στο λόφο κι από κει, την είδα από ψηλά, μια μικρή λωρίδα στεριάς που έστεκε αγέρωχη μες στην αγριεμένη θάλασσα. Όλη η πολιτεία απλωνόταν κατά μήκος μιας χρυσαφένιας αμμουδιάς που κάθε σούρουπο έπαιρνε τα χρώματα της ίριδας και τα μάτια χάνονταν στο βορρά, στο Αιγαίο πέλαγος.
 
 
Ρέθυμνο 27 Ιουλίου 1503
 
Η μοίρα θέλησε εδώ να ζήσω τη ζωή μου, να γίνω ένα με την πόλη αυτή, να γίνω εγώ η ρίζα για τα κλαδιά του δικού μου δέντρου, ρίζα που φυτεύτηκε στη Ρίθυμνα, μα σε χώμα Πολίτικο, ιερό. Εδώ έμεινα να φυλάω το μυστικό, να το κρατήσω για να το δώσω καθαρό κι ακέραιο στο γιο μου, κι αυτός στο δικό του παιδί, κι εκείνο στις γενιές τις επόμενες. Όλη μου τη ζωή την αφιέρωσα να φυλάω το θησαυρό και να ανάβω τη φλόγα της μνήμης. Γιατί σαν τέτοια έβλεπα εγώ τη φωτιά που κάθε σούρουπο άναβα στον δυτικό λιμενοβραχίονα της πόλης. Που οι Ρεθύμνιοι μου εμπιστεύτηκαν με χαρά. Έτσι, έμεινα στο μικρό καλυβάκι στο λιμάνι. Και κάθε σούρουπο περπατούσα μέχρι την άκρη και άναβα τη φωτιά. Να τη βλέπουν τα πλοία, σαν κι εκείνο που έφερε εμένα, να τη βλέπει κι ο Αντρέας, να ξέρει πως δεν ξέχασα… Πενήντα χρόνια, ποτέ δεν άφησα τη φλόγα να σβήσει, ποτέ δεν έφυγα από κοντά της, κάθε μέρα, κάθε δειλινό πήγαινα ν΄ανάψω τη φωτιά και το πρωί την έσβηνα και γυρνούσα πίσω. Και την επόμενη μέρα ξανά απ΄την αρχή, σαν άλλος Σίσυφος, κουβαλούσα το δικό μου βράχο, η φλόγα τούτη ήτανε το Χρέος μου, κι όσο έμενε ζωντανή, ησύχαζε η ψυχή μου. Έτσι, ταπεινά έζησα τα χρόνια μου στη Ρίθυμνα και το φύλαξα το μυστικό, το έκρυψα καλά, μα η φωτιά του ήτανε Φάρος που φώτιζε όλη την πόλη!  
 
 
Ρέθυμνο, 19 Ιανουαρίου 1512
 
Ποτέ μου δεν έγινα πλούσιος και τρανός. Δεν έχω να σου αφήσω χρυσό μήτε γη, παιδί μου. Τούτη την ιστορία μόνο έχω να σου δώσω, την ιστορία της Πόλης μου, που εσύ ποτέ δε γνώρισες. Κι εκείνο που έφερα μαζί, κληρονομιά από την Πόλη μου για τη δική σου πόλη, γιε μου. Στην πόλη σου ανήκει ο θησαυρός κι εδώ πρέπει να μείνει. Μα να μείνει κρυφός παιδί μου. Μην πέσει σε χέρια βέβηλα και μιαρά. Σε θερμοπαρακαλώ γιε μου. Κρύψε καλά το θησαυρό, οι καιροί που θα έρθουν θα είναι πιο άγριοι κι από αυτούς που έφυγαν. Κι η ιστορία θέλει ακόμα πολύ αίμα για να ξεδιψάσει. Κι όταν θα έρθει η ώρα η ορισμένη –γραμμένα είναι όλα παιδί μου- τότε θα βρεθεί, μη σε νοιάζει… 
 
 

Κεφάλαιο 8

Ρέθυμνο, 5 Φεβρουαρίου 2015
 
Η Αριάδνη επιβιβάστηκε μεσημεράκι στο αεροσκάφος της Easy Jet με προορισμό το αεροδρόμιο Νίκος Καζαντζάκης του Ηρακλείου.
Έφτασε στο Ρέθυμνο αργά το απόγευμα. Το λεωφορείο των ΚΤΕΛ σταμάτησε στην αρχή του περιφερειακού δρόμου της πόλης. Κι από εκεί η Αριάδνη περπάτησε μέχρι το πατρικό της σπίτι στην Παλιά Πόλη.
Περπάτησε γύρω από το κάστρο της Φορτέτζας κι από κει στα μικρά στενά με τις ολάνθιστες αυλές, τα ίδια αυτά στενά που αιώνες πριν περπάτησε ο Μανουήλ, ο Πολίτης.
Κι ήταν ακόμα ολάνθιστες οι αυλές, και μύριζε ακόμα η πόλη γιασεμί κι αλμύρα.
Στάθηκε στην Loggia, έκλεισε για λίγο τα μάτια και ταξίδεψε στην παλιά Ενετική Piazza με το μεγάλο Πύργο του Ρολογιού και την όμορφη πλατεία που έφτανε μέχρι τη θάλασσα.
Προχώρησε προς τον Πλάτανο και τώρα έβλεπε το Μεϊντάνι, να σφύζει από κόσμο και βουή, σχεδόν μπορούσε να μυρίσει τα χαρμάνια και τα μπαχάρια και ν΄ακούσει τις φωνές απ΄τους καφενέδες και τα ντουκιάνια του.
Eίχε φτάσει στο πατρικό της, όπου όμως πλέον ζούσε μόνο η γιαγιά της, αφού οι δικοί της είχαν μετακομίσει πριν χρόνια σε ένα καινούριο διαμέρισμα στο Μασταμπά. Η γιαγιά Αριάδνη όμως δεν ήθελε να αφήσει την παλιά πόλη.
Γιατί παρά τη νυχτερινή ζωή και τον τουρισμό, κάποια στενά της ήταν ακόμα γειτονιές, όπου ο κόσμος μαζεύεται τα βράδια στις ταράτσες, τα παιδιά παίζουν στους δρόμους και οι γυναίκες ανταλλάζουν πιάτα με φαγητό και γλυκά.
Σ΄αυτό το Ρέθυμνο ήθελε να μείνει η Αριάδνη, γι΄αυτό και παρά τη γκρίνια της μάνας της, είχε αποφασίσει να μείνει στη γιαγιά της. Άλλωστε, η γιαγιά Αριάδνη, στα ογδόντα της πια, σίγουρα θα είχε πολλές ιστορίες να της πει.
Από τα χρόνια που μαζί με τον παππού Δημήτρη, ο θεός να τον συγχωρέσει, δούλευαν το παραδοσιακό καφενείο του προπάππου της στο λιμάνι.
Κι ήτανε μερακλής ο κυρ-Μήτσος! Μερακλής στον καφέ, μερακλής και στις ιστορίες.
«Να ‘χεις παιδί μου υπομονή, υπομονή και μεράκι», της έλεγε καθώς περίμενε πάνω απ΄τη χόβολη την πρώτη φουσκάλα.
Κι όσο να γίνει ο καφές, της έλεγε τις ιστορίες του. Κι η Αριάδνη τις άκουγε αχόρταγα και μέχρι σήμερα ποτέ δεν τις ξέχασε.