ΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ
2016-12-27 10:00 

Ο Ethan Wright επιστρέφει στο διαμέρισμα του στο West End του Λονδίνου, κατάκοπος από ακόμα μία μέρα εξαντλητικής δουλειάς. 
Τακτοποιεί το σακάκι του στην κρεμάστρα, ξεσφίγγει τη γραβάτα του, βάζει να πιεί ένα ουίσκι και σωριάζεται στον καναπέ.
Στο μυαλό του στροβιλίζεται ξανά και ξανά η ίδια ιδέα. Δύσκολη απόφαση! Από μια ήσυχη τακτοποιημένη ζωή στο άγνωστο. 
Από την σιγουριά στην αναζήτηση. Είναι κοντά στα πενήντα πια, είναι καιρός για περιπέτειες; 
Απ` την άλλη ο γιατρός του ήταν ξεκάθαρος. Αν θέλει να ζήσει χρειάζεται ηρεμία, ξεκούραση, μακριά απ’ το άγχος 
και τους εξαντλητικούς ρυθμούς της δουλειάς του.
Η δουλειά του!! Καλοπληρωμένο στέλεχος μεγάλης χρηματιστηριακής εταιρείας. 
Αυτό σημαίνει ατελείωτες ώρες δουλειάς χωμένος μέσα σε αριθμούς, αναλύοντας οικονομικά στοιχεία. 
Πως του συνέβη αυτό ούτε κι ο ίδιος το κατάλαβε καλά καλά. 
Αυτός με τη ρομαντική ψυχή ποιητή, με την αχαλίνωτη φαντασία και με τη ρωμαλέα πένα του κατάντησε να ασχολείται με αριθμούς! 
Όνειρό του ήταν πάντα να γράψει........ να γράψει ένα μυθιστόρημα, ένα ποίημα, ίσως κάτι σαν αυτά που κάποιοι έγραψαν 
και αυτός διαβάζει και ταξιδεύει. 
Λόγια αγάπης, στοχασμοί, πράξεις αντρειοσύνης λέξεις, αράδες στη σειρά αναλλοίωτες στο πέρασμα του χρόνου. 
Οι δημιουργοί τους ονόματα τρανά, φάροι λαμπροί του πνεύματος, καμάρι της χώρας που γεννήθηκαν μα κτήμα πια της ανθρωπότητας. 
Ποθεί και ερωτεύεται με λόγια άλλων και περιπέτειες αναζητά που άλλοι του υπαγορεύουν. Όχι, το αποφάσισε! Θα φύγει! 
Είναι πια καιρός το δρόμο της καρδιάς του να ακολουθήσει.

Κλείνει τα μάτια και αναπολεί την παιδική του ηλικία. Τότε που οι μέρες του ήταν όμορφες, ανέμελες, διαφορετικές. 
Καλοκαιρινές διακοπές με τους γονείς του δίπλα στη θάλασσα, στο νησί που τόσο αγαπούσαν. Μέρες φωτεινές και μυρωδάτες. 
Νύχτες, που το απαλό αεράκι χαϊδεύει τα φύλλα της φασκομηλιάς και χιλιάδες αστέρια σε συντροφεύουν. 
Μέρες που η αύρα της θάλασσας αρμονικά παντρεύεται με τη μυρωδιά της ρίγανης και της φρεσκοκομμένης τομάτας. 
Όχι! Το αποφάσισε! Θα πάει πίσω στο μέρος των παιδικών του χρόνων που τόσο αγάπησε και τόσο απαρνήθηκε όλα αυτά τα χρόνια 
για χάρη της καριέρας του. 
Είναι και οι συγκυρίες που του υπαγορεύουν να το πράξει.


ΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ (ΙΙ)
2017-01-03 18:45

Η θετική απάντηση από το μεσιτικό γραφείο που έλαβε σήμερα το πρωί στο mail του επιβεβαιώνει ότι υπάρχει εκείνο το παλιό σπίτι, 
το φορτωμένο με μνήμες αιώνων και ιστορία που έψαχνε, αλλά χρειάζεται αρκετά χρήματα για να  επιδιορθωθεί, είναι σχεδόν ερείπιο. 
Όχι, δεν θέλει καινούργιο. Θέλει σπίτι παλιό με ψυχή, 
θέλει σπίτι με ιστορίες ανθρώπων ποτισμένο, θέλει σπίτι με μυστικά κρυμμένα, με έρωτες και πάθη, με χαρές και λύπες δομημένο. 
Υπάρχει το σπίτι που έψαχνε και βρίσκεται στο Ρέθυμνο, στην παλιά πόλη και ατενίζει τη θάλασσα και στέκει εκεί αιώνες 
και τον περιμένει να γίνει κι αυτός ένα κομμάτι της ιστορίας του.
Θα φύγει το αποφάσισε. Θα αγοράσει το σπίτι θα το ανακατασκευάσει πέτρα πέτρα με σεβασμό και προσοχή και θα ζήσει εκεί. 
Για πάντα! Είναι σίγουρος ότι αν ζούσαν οι γονείς του θα επικροτούσαν την απόφαση του. 
Θα ζήσει εκεί και ίσως μπορέσει να γράψει κι εκείνος αυτά για τα οποία ποθεί η καρδιά του. 
Ιστορίες για Ενετούς και για κουρσάρους. Για ανθρώπους αντρειωμένους που τη ζωή τους θυσιάζουν όταν η ανάγκη το καλεί. 
Για Τούρκους αγάδες, που ράθυμα περνούν τις μέρες τους σε λουτρά, συζητώντας με τους προεστούς της τοπικής κοινωνίας. 
Για ανθρώπους γελαστούς και καλαμπουρτζήδες που διαλαλούν την πραμάτεια τους, για ανθρώπους του μόχθου που τα απογεύματα 
στους καφενέδες αραχτοί έμμετρα τραγουδούν τους καημούς τους με την συντροφιά μιας λύρας. 
Ίσως γίνει κι αυτός ένας απ' αυτούς. Ίσως νοιώσει κι αυτός κομμάτι της ψυχής της μικρής αυτής πόλης. 
Ίσως η αγάπη του την κάνει να του ξεδιπλώσει τα κρυμμένα της μυστικά. 
Ίσως νοιώσει κι αυτός να ανήκει κάπου, μέλος μιας κοινωνίας με ίντριγκες και πάθη, μα με ενδιαφέρον πραγματικό γι αυτόν 
που το έχει ανάγκη. Το αποφάσισε, το σπίτι αυτό θα γίνει το σπίτι του και η γραφική αυτή μικρή πόλη θα γίνει ο κόσμος του.


ΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ (ΙΙΙ)
ΡΕΘΥΜΝΟ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2016
 
Οι εργασίες προχωρούν κανονικά. Εδώ και δύο μήνες το παλιό σπίτι σφύζει από ζωή. 
Μάστορες και εργάτες ξεκινούν την εργασία τους από πολύ νωρίς το πρωί μέχρι αργά το απόγευμα. 
Ξύλινες σκαλωσιές ζώνουν το παλιό κτήριο και φωνές ανθρώπων ακούγονται ακατάπαυστα. 
Τόσα χρόνια σιωπής και εγκατάλειψης σβήστηκαν θαρρείς με μιας. Αυτός εκεί, ολημερίς παρακολουθεί, ρωτάει και καμαρώνει. 
Αγγίζει με σεβασμό την κάθε πέτρα της παλιάς τοιχοποιίας , παρακολουθεί ευλαβικά τα έργα ανασύστασης και αποκατάστασης, 
χωρίς να μπορεί να κρύψει τον ενθουσιασμό του.

Τέτοιο ενθουσιασμό είχε να νοιώσει από παιδί όταν ο πατέρας του έφτιαξε ένα δενδρόσπιτο στη γέρικη βελανιδιά της αυλής τους. 
Αδημονεί να τελειώσει για να αφήσει την απρόσωπη πανσιόν που τον φιλοξενεί εδώ και τρείς μήνες και να εγκατασταθεί 
πια στο σπίτι, στο σπίτι του! 
Ονειρεύεται συχνά τα βράδια ότι μένει εκεί, ονειρεύεται ότι ξυπνά το πρωί και ατενίζει τη θάλασσα πίνοντας τον καφέ του, 
ότι απολαμβάνει το τσάι του θαυμάζοντας το ηλιοβασίλεμα προσπαθώντας να διακρίνει τις μυριάδες αποχρώσεις του κόκκινου 
να χρωματίζουν τον ουρανό και ότι μένει εκεί μέχρι η πύρινη σφαίρα να χαθεί στη θάλασσα. 
Ίσως αυτές όλες οι εικόνες που του μαγεύουν τις αισθήσεις, του ξυπνήσουν το παλιό πάθος του για συγγραφή. 
Ίσως τον εμπνεύσει ο μεγάλος Ρεθυμνιώτης συγγραφέας που μια σύμπτωση, θαρρείς της μοίρας θέλησης, 
το πάρκο μπροστά στο σπίτι του φέρει το όνομα του. Ποιός ξέρει, ίσως!


ΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ (ΙV)
ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2017

Πολύ τον προβλημάτισε αυτό που συνέβη. Εδώ και μέρες προσπαθεί να σκεφτεί τι θα πρέπει να κάνει με το "εύρημα" του. 
Μάλλον θα πρόκειται για κάτι πολύτιμο, τουλάχιστον για τον προηγούμενο ιδιοκτήτη, αλλιώς δεν εξηγείται η κρυψώνα στο παλιό πάτωμα. 
Ακόμα δεν μπορεί να συνέλθει από την έκπληξη που ένοιωσε αντικρίζοντας το παλιό ξύλινο σεντουκάκι. 
Το πήρε στα χέρια του προσεκτικά σαν κάτι ιερό, ενώ η καρδιά του κόντευε να σπάσει από προσμονή. 
Τι να φυλούσε άραγε στα σωθικά του; Ποιο πολυχρονισμένο μυστικό προσπαθούσε να διαφυλάξει από τα μάτια των άλλων; 
Η φαντασία του ήδη έτρεχε μακριά σε κουρσάρους με κρυμμένους θησαυρούς, σε αγωνιστές και κωδικοποιημένα μηνύματα, 
σε παθιασμένους έρωτες και φλογερές επιστολές. Η περιέργεια του μεγάλη από τη μια του υπαγόρευε να το ανοίξει, 
μα από την άλλη τον σταματούσε η αδηφάγα φαντασία του. Μέρες ολόκληρες κράτησε αυτή η πάλη που γινόταν μέσα του. Το δίλημμα μεγάλο. 
Η περιέργεια του τελικά στέφτηκε νικητής και απλά τόσες μέρες η φαντασία του ματαίωνε την πραγμάτωση μιας ειλημμένης απόφασης. 
Η μεγάλη μέρα είχε ήδη φτάσει και αυτός ήταν πια γνώστης του περιεχομένου του σεντουκιού. Καινούρια ερωτηματικά βασάνιζαν την σκέψη του. 
Τι έπρεπε να το κάνει; Έπρεπε να το κρατήσει ή ανήκε δικαιωματικά σε κάποιους άλλους; Και αν ναι σε ποιους; 
Ξένος σε αυτό τον τόπο δεν ήξερε σε ποιους να το δώσει, δεν γνώριζε ποιοι ήταν αυτοί που θα το σεβαστούν και θα το εκτιμήσουν. 
Ποιον τρόπο έπρεπε να βρει για να είναι σίγουρος ότι αυτό του το εύρημα θα πάει σε άξια χέρια; 
Η μορφή του πατέρα του ήρθε να δώσει τη λύση. 
Ήταν απλό, πολύ απλό! Ένα παιχνίδι. Ένα κυνήγι κρυμμένου θησαυρού.