Δαίμων, Θεός, μοίρα.

Παράγεται από το ρήμα “δαίω”, δηλαδή μοιράζω στον καθένα την τύχη του.

Στην αρχαιότητα του απέδιδαν την έννοια του καλού, του φύλακα αγγέλου. Μια θεϊκή δύναμη, απρόσωπη κι απροσδιόριστη.

Κατά τους χριστιανικούς χρόνους γίνεται συνώνυμο του κακού!

Οι Δαίμονες γίνονται πλέον πνεύματα κακά, υποχθόνια και διαβολικά.

Ψυχές που ακολουθούν στο χρόνο, το δρόμο της Κακίας έχοντας χάσει για πάντα το μονοπάτι της Αρετής.

“Ήθος ανθρώπω δαίμων” κατά τον Ηράκλειτο.

Όλα αυτά σκεφτόμουν επιστρέφοντας σ’ εκείνο το Κυριακάτικο δειλινό του Φεβρουαρίου, καθώς έβλεπα μια παρέα νεαρών να κλαίνε, να γελάνε,

να χοροπηδούν στους δρόμους εν μέσω δυνατής νεροποντής και τσουχτερού κρύου σαν “δαιμονισμένοι” ιερείς αρχαίας μυσταγωγίας.

“Δαίμονες”! Οι άνθρωποι του “Χρυσού γένους” της Θεογονίας, όπου όταν αυτό εξαφανίστηκε έγιναν

«δαίμονες εσθλοί, επιχθόνιοι  φύλακες θνητών ανθρώπων, πλουτοδόται»

 Ω, ω, ω, ω, ω, ω, το πήραμε, το πήραμε το επετειακό!!!

Χαμογέλασα και συνέχισα το δρόμο μου, εν μέσω ιαχών, κορναρισμάτων και  επευφημιών.

Ο Αδαής!! Δεν είχα καμία απολύτως υποψία πως τα γεγονότα των επόμενων ημερών, θα με δικαίωναν ζωντανεύοντας κάθε φόβο μου.

 


 

Καθισμένος στη μικρή καφετέρια ακούει αμυδρά το τραγούδι του νερού, λίγα μέτρα μακριά του.

Πάλι εδώ, στο Ρέθυμνο, σκέφτεται χαμογελώντας. Η μικρή αυτή πόλη, που χρόνια τώρα του έχει γίνει εμμονή κι έρωτας, κατάρα και ευλογία μαζί.

Φωνές παιδικές τον κυκλώνουν. Στα σοκάκια της παλιάς πόλης, ξεχύνονται παρέες μικρών παιδιών, κρατώντας χαρτάκια με γρίφους στα χέρια, γελώντας,

φωνάζοντας ,  ψάχνοντας την ιστορία της πόλης τους πίσω από λέξεις κι ακροστιχίδες.

Το βλέμμα θολώνει. Στο διπλανό τραπέζι μια παρέα “μεγάλων παιδιών”, γελά διαβάζοντας φωναχτά σκέψεις, όνειρα, γρίφους και ανέκδοτα.

“Αν έχεις τύχη θα βρεις τα τείχη κι αν έχεις κώλο θα βρεις το…”

Στην άκρη της μικρής πλατείας η φιγούρα διάφανη, σχεδόν άυλη του δείχνει ένα τεράστιο πλατάνι που απλώνει τα κλαδιά του σαν χέρια γίγαντα

προσκαλώντας τον στη σκιά της αγκαλιάς του. Φωνές τριγύρω τον οδηγούν σε μονοπάτι σκοτεινό…οδός Σκότους.

Ένα ναργιλέ μπρε συ φέρε με ατζέμικο τουμπεκί κι έναν σεκερλή καϊμακλή στον Μεμέτ μπέη.

Βάλε μάτια μου να σε χαρώ νερό από τη Μεγάλη τη  Βρύση και στάξε και δυο τρεις σταγόνες τσιτσέκ σουγιού  να ευωδιάσει η ψυχή μου.

Πολύχρωμα καντήλια φωτίζουν ψηλά τους μιναρέδες σαν άστρα λαμπερά, φλογάτα!

Κι ο κήρυκας με την ένρινη φωνή εξήγγειλε: -23-35 ένα καντάρι, παπουλίνος.  ΜΗ ΧΑΛΑΤΕ!!

Τόμπολα φωνάζει ο πιτσιρικάς με  το αεροδυναμικό γυαλί  και το κινητό στο χέρι  στο φίλο του, καθώς περνούν τρέχοντας από μπροστά μου.

Τόμπολα τα έκανες βλάκα…. Σιγά μη βρούμε το… μυστικό!!!

Κι ο μικρός δαίμονας εκεί στη γωνιά στο Μεϊντάνι χαμογελά πονηρά, σκερτσόζικα.

Μέσα από τη θολή μορφή του εικόνες και φωνές σμίγουν σε έναν αέναο χορό.

Αθώοι μου κυνηγοί…  Ποτέ δεν πρόκειται απλώς για ένα παιχνίδι!!

 


 

Τι καιρός Θεέ μου μονολογούσε ο Joseph Jones, διάσημος Αυστραλός αρχαιολόγος , καθώς περπατούσε στα

λασπωμένα στενά της κατά τ’ άλλα πολύ αγαπημένης του πόλης.

Τόσες ημέρες έβρεχε ασταμάτητα, το κρύο και η υγρασία του περόνιαζαν το κορμί κι ένας θυελλώδης άνεμος

σάρωνε τα πάντα στο πέρασμά του.

Καθημερινά άκουγε για πλημμύρες, κατολισθήσεις, αρχέγονες καταστροφές.

Θυμήθηκε τους στίχους του ποιητή…. όπου ακούς αέρα είναι η Γαλήνη που βρυκολάκιασε.

Χειμώνας βέβαια, Φλεβάρης, αλλά κι αυτή η κακοκαιρία τόσο ξένη και πρωτόγνωρη για το σύνηθες εύκρατο κλίμα του νησιού.

Λες και το σύμπαν ήταν αποφασισμένο να δείξει την απόκοσμη δύναμη του.

“Ας νικήσουμε εμείς κι ας χαλάσει ο κόσμος”!!!

Αυτή η φράση που κάποια… “παιδιά” μονολογούσαν πάνω στον ενθουσιασμό τους για την πολυπόθητη νίκη ενός παιχνιδιού,

ήταν σαν να προκάλεσε την μήνιν της φύσεως.

Ανατρίχιασε… Σχεδόν τριάντα χρόνια πριν, προσπαθώντας να αποκρυπτογραφήσει τα σύμβολα της αρχαίας πλάκας,

το ξόρκι έσπασε ελευθερώνοντας  απόκρυφες μαγικές δυνάμεις, αόρατων στοιχειωμένων πνευμάτων…

Αόρατων;  Κι όμως τα έβλεπε συνεχώς γύρω του. Στοιχειά που στο πέρασμα τους άφησαν το σημάδι τους στην πόλη.

Τόσα χρόνια ερχόταν τέτοια εποχή στην Κρήτη, στο Ρέθεμνος. Φεβρουάριο, το μήνα της κάθαρσης και του εξαγνισμού.

Ένα σιωπηρό ραντεβού με τους δαίμονες,  ενός θρύλου παλιότερου της ίδιας του της ύπαρξης.

Κι ο ίδιος, μέρος ενός παιχνιδιού πραγματικότητας και μύθου, δούλος κι αφέντης, κυνηγός και θήραμα,

πιόνι μιας μυθικής αλήθειας.

Γιατί η αλήθεια είναι μύθος κι ο μύθος αλήθεια!!!

 


 

Επιτέλους, σταμάτησε η βροχή, σκέφτηκε ο Joseph καθώς τακτοποιούσε τα πράγματά του.

Μόλις πριν λίγο είχε φτάσει από τη μακρινή του χώρα στο αγαπημένο του Ρέθυμνο κι ήταν ακόμη ταλαιπωρημένος από το πολύωρο ταξίδι.

Το χέρι του ακούμπησε τη μυστική και πολύ καλά προφυλαγμένη κρύπτη της βαλίτσας του.

Ένα κουτί τυλιγμένο προσεκτικά, σκεπασμένο με μαύρο βελούδο, έκρυβε την ιστορία ολόκληρης της ύπαρξής του.

Κι όπως όλο και πιο συχνά γινότανε τον τελευταίο καιρό, η εικόνα του μεταφέρθηκε τριάντα χρόνια πίσω,

ένα Κυριακάτικο πρωινό στις παρυφές της Φορτέτζας…

Η αρχή είχε γίνει τριάντα πέντε χρόνια πριν όταν από τη μακρινή Αυστραλία ήρθε να παρακολουθήσει στο Πανεπιστήμιο,

έναν κύκλο σπουδών για τη Μινωική Κρήτη.

Αρχαιολόγος με μεταπτυχιακό στις κλασικές σπουδές μελετούσε για το διδακτορικό του, όταν έμαθε για το σεμινάριο που λάμβανε χώρα

στο ηλιόλουστο νησί της Μεσογείου. Κι έτσι γνώρισε το…Ρέθεμνος.

Μαγεύτηκε από το φως και το άρωμα, από τους ανθρώπους και την μακρόχρονη όσο και πολυτάραχη ιστορία της μικρής αυτής πόλης.

Κι ακούγοντας τον καθηγητή του να τους ανιστορεί για την ύπαρξη στοιχείων  μαγείας στη Μινωική Κρήτη,

ένιωσε για πρώτη φορά ότι ίσως και το δικό του κισμέτ να ήταν θαμμένο κάπου  εδώ, στα  πολύπαθα εδάφη του νησιού.

Πρώτο αισθάνθηκε να εξανεμίζεται η λογική του, όταν μελετώντας ένα βλαστικό δαίμονα σε σφράγισμα της Φαιστού, ένιωσε την άυλη αναπνοή του.

Κι ύστερα ήρθε η Εμμονή! Γύρισε όλο το νησί μελετώντας για θνήσκουσες βλαστικές θεότητες, χορούς Κουρήτων, μαγικό -θρησκευτικά τελετουργικά,

όπου κύριο χαρακτηριστικό τους ήταν ο λόγος. Η φήμη των μινωικών ξορκισμών έφτανε ως την αρχαία Αίγυπτο. Ορισμένες δε επιγραφές σε Γραμμική Α,

θα μπορούσαν κάλλιστα να χαρακτηριστούν ως “μαγικές ρήσεις”.

Κι ήταν μια τέτοια επιγραφή που πρωτοαντίκρισε σε ένα παλιό ξεχασμένο σύγγραμμα που τον μάγεψε.

Χαραγμένα σε σπειροειδή διάταξη, σε μια παραλληλόγραμμη επίπεδη πλάκα, 6 συλλαβογράμματα χωρίς διαχωριστικά, έμοιαζαν με πολυσύλλαβη “μαγική”

λέξη. Πέντε ολόκληρα χρόνια προσπαθούσε μέσα από τα κιτρινισμένα φύλλα του συγγράμματος που είχε ανακαλύψει, να διαβάσει τη μαγική ρήση.

Πέντε ολόκληρα χρόνια έψαχνε σε κάθε σημείο, σε κάθε χώρο της πόλης, που οι γραφές του υποδείκνυαν, ν’ ανακαλύψει τη στοιχειωμένη πλάκα.

Κι ήρθε τελικά εκείνη η αποφράδα ημέρα, μια Κυριακή του Φλεβάρη ξημερώματα, που στο χειμωνιάτικο ουρανό το μόνο που μπορούσε

να διακρίνει ήταν το χαρακτηριστικό κοκκινωπό χρώμα του Άρη, όταν η αξίνα του ακούμπησε, κάπου στις παρυφές της Φορτέτζας, τον κρυμμένο θησαυρό.

Κι όταν με το πρώτο φως ενός ασθενικού ήλιου, το βλέμμα του  χάιδεψε τα σύμβολα της πλάκας, ήταν η δική του φωνή που ακούστηκε στη σιγαλιά του

πρωινού, να διαβάζει το αρχαίο ξόρκι, να συλλαβίζει, δίνοντας ήχο και ζωή στα έξι μαγικά σύμβολα!!!

Έξι φορές η αξίνα χτύπησε την πλάκα.

Έξι φορές με όλη τη δύναμη που του έδινε η προσμονή, η αποφασιστικότητα του δρομέα λίγο πριν κόψει το νήμα της νίκης.

Κι η πλάκα έσπασε!   Διαλύθηκε σε πάμπολα κομμάτια!!

Κι ο τόπος γέμισε χρώματα και το μυαλό του γνώση.

Κι η γνώση σκορπίστηκε, κι ήταν τόση όσα και τα κομμάτια της πλάκας που απλώθηκαν

γύρω του.  Και τέλος, μπροστά  στα έκπληκτα  μάτια του,  εμφανίστηκαν τα έξι κρυμμένα δαιμόνια.

Οι Δαίμονες ενός παιχνιδιού, παλιού όσο κι η πόλη, παντοδύναμοι και πολυτάραχοι όσο και η ιστορία της, πολυμήχανοι, αινιγματικοί,

ενάρετοι ή επαίσχυντοι όπως κι οι κάτοικοί της!!!

 


 

Φθινόπωρο του 1923.

Η προκυμαία είναι γεμάτη κόσμο. Μαούνες φορτώνουν όπως – όπως νοικοκυριά, αναμνήσεις, περιουσίες μιας ζωής.

Φευγιό μυρίζει η ατμόσφαιρα, δυσβάστακτος ο πόνος του αποχωρισμού. Ονόματα παράξενα δεμένα μεταξύ τους κάτω από τη σκέπη, δύο θεών, δύο κόσμων.

Ο Ομάρ, που φεύγει για το μαγικό Ισμίρ αφήνοντας πίσω του την Αρετούλα του.

Την Αρετή με τα κόκκινα μαλλιά που στο χρυσαφί των ματιών της είχε αποθέσει όλα του τα όνειρα, όλο  το πάθος των είκοσί του χρόνων για ζωή και έρωτα.

Ο Μεχμέτ, που αφήνει τον παιδικό του φίλο τον Γιωργή. Σαν τ’ αδέρφια περνούσανε.

Κι εάν οι προγονοί του, κάτω από την πίεση των Οθωμανών, κάποτε εξισλαμίστηκαν, εκείνοι την ίδια γλώσσα μιλούσαν, από το ίδιο πιάτο έτρωγαν.

Τζαμί κι εκκλησία δίπλα- δίπλα. Για χρόνια θα ονειρεύεται το γυρισμό του. Όνειρο, εφιάλτης κι απωθημένο μαζί.

Στο μυρωμένο Αϊβαλί που θα καταλήξει, κάθε αυγή την ίδια ώρα θα κατεβαίνει στη θάλασσα και θα ρίχνει μπουκάλια με σημειώματα

για την αγαπημένη του Girit. Για εκεί που ποτέ δεν θα αξιωθεί να γυρίσει. Ένας Giritle  μέχρι τέλους.

Να γεννιέσαι σ’ ένα μέρος, να γερνάς σ’ ένα άλλο. Και να είσαι ξένος και στα δύο, δύο φορές ξένος.

Τουρκόσπορος για τους μεν, Γκιαουρόσπορος για τους δε… Μπουρμάδες, θύματα στο βωμό της πολιτικής αυτών

που τη ζωή τη μετράνε σε γρόσια και γεωγραφικά όρια. Κι ας έζησε όλη του τη ζωή έχοντας φυλαγμένο στο κόρφο του τον πιο πολύτιμο θησαυρό,

το κόκκινο φυλαχτό του παιδικού του φίλου.

Κι εκεί μοιρασμένος στα δύο, ο Kirmizi.

Ο Δαίμονας του φευγιού, άλλοτε δυνατός γεμάτος πάθος κι ενέργεια να δίνει ζωή κουράγιο κι ελπίδα σ’ αυτούς που έφευγαν

κι άλλοτε γεμάτος οργή για τον άδικο ξεριζωμό να στάζει αίμα και φωτιά η ύπαρξη του.

Τον έβλεπα τα χρόνια που ακολούθησαν μέσα από τα μάτια των κυνηγών. Ήταν το πάθος του παιχνιδιού.

Η οργή της ήττας και η απόλυτη ικανοποίηση της νίκης. Η δύναμη ότι όλα μπορεί να συμβούν και όλα μπορεί ν’ αλλάξουν.

Πάντα έδινε προτεραιότητα στην τόλμη, το σθένος, την πυγμή, το πάθος. Μαζί με το πρόβλημα και τη βοήθεια του,

μαζί με την παγίδα την αλληλεγγύη, αρωγός σε κάθε βάγκα. Οι δυσκολίες και τα προβλήματα δεν τον πτοούν.

Ότι δεν λύνεται κόβεται και τα πάντα μπορεί να προσπεράσει. Ήταν η δύναμη, η ψύχωση, η πώρωση του κυνηγού που  ψάχνει τη νίκη.

Η βοήθεια που θα φέρει τη λύση, την απάντηση του γρίφου μέσα από τα ίχνη της ιστορίας, πάνω στα χνάρια των ανθρώπων.

 


 

Τα βράδια η πολιτεία βυθιζόταν στο σκοτάδι. Το σκοτάδι της γερμανικής σκλαβιάς.

Οι κατακτητές απαγόρευαν την κυκλοφορία από νωρίς κι έτσι τα καλοκαίρια οι κάτοικοι της παλιάς πόλης μαζεύονταν στις ταράτσες,

που καθώς ήταν η μια κολλητά  στην άλλη, αποτελούσαν τον τόπο της κουβέντας, της βεγγέρας και της συντροφιάς.

Η φιλία, η αγάπη, το κουτσομπολιό κι αυτός ακόμη ο θάνατος, έβρισκαν την έκφρασή τους πάνω στις αδελφωμένες ταράτσες των σπιτιών.

Μοναδικό όπλο απέναντι στον αδυσώπητο κατακτητή εκείνα τα σκοτεινά χρόνια, ήταν η αντίσταση.

Κι ήταν από αυτές τις ταράτσες, ένα βράδυ χωρίς φεγγάρι και φως, που ο δεκαπεντάχρονος σαλταδόρος, έκλεψε από το γερμανικό καμιόνι

ένα μικρό κασόνι με σφαίρες, λάφυρο πολύτιμο για τους αντάρτες του βουνού.

Κι ήταν από αυτές τις ταράτσες που ξέφυγε ο Αυστραλός υπολοχαγός, σ’ ένα  μπλόκο των γερμανικών περιπόλων,

κρατώντας ενθύμιο και γούρι ένα  μυρωδάτο κίτρο από την αυλή του σπιτιού που τον έκρυψε.

 Τα σπίτια της παλιάς πόλης. Πόσες ιστορίες θα μπορούσαν να πουν…

Ιστορίες που ξετυλίχτηκαν μέσα στο σκοτάδι της κατοχής χωρίς ποτέ να βγουν στο λαμπερό φως της πόλης.

Ήταν όμως τεράστιος ο φόρος ζωής, που το Ρέθεμνος πλήρωσε στο Χιτλερικό Μινώταυρο.

Τυφλές εκτελέσεις, λεηλασίες, ισοπέδωση, φωτιά και θάνατος παντού. Τελικά το σκληρότερο θεριό είναι ο ίδιος ο άνθρωπος.

Κι όμως κάποτε οι Γερμανοί ήταν ένας λαός φωτισμένος, δημιουργικός, χαρούμενος. Άνθρωποι με αγάπη και παιδεία στη μουσική και τις τέχνες.

Πως αυτός ο λαός, λαμπερός και χρυσαφένιος, που τα χαρακτηριστικά του θύμιζαν ηλιόλουστη ανοιξιάτικη ημέρα, έφερε το μεγαλύτερο σκοτάδι

στην ιστορία της ανθρωπότητας;

Γι’ αυτό σε ονόμασα Gelb φωτεινέ μου δαίμονα.

Ξετυλίγοντας το κουβάρι της παρουσίας σου, στην αρχή η ηλιόλουστη μορφή σου με έκανε μόνο ν’ αντικρίζω τη χαρά, την ευτυχία, τη δημιουργικότητα.

Ήσουν η αισιοδοξία των κυνηγών τα λαμπερά Κυριακάτικα πρωινά λίγο πριν ξεκινήσει το Μεγάλο Παιχνίδι.

Η δημιουργικότητα και η φαντασία των διοργανωτών, η  χαρά, η αγνότητα, η ανυπομονησία των παιχτών.

Κι όμως όλα αυτά ήταν μια ψευδαίσθηση. Πίσω από τη λαμπερή παρουσία σου επικρατεί η ζήλια και η προδοσία.

Στη φιδίσια σου ματιά, κρύβεται ο φθόνος, το ψέμα, η πονηριά, η μισαλλοδοξία. Η αντιπαλότητα του ενός κυνηγού για τον άλλο κι η προδοσία, η εξαπάτηση.

Τελικά τα πάντα γνωρίζεις και τα πάντα θα κρύβεις πίσω από κάθε ευφάνταστη ιστορία.

Κι όμως χάριν στην εξυπνάδα και την πονηριά σου με τέχνη περίσσια , θα δημιουργείς προβλήματα και θα βάζεις τρικλοποδιές σε αυτούς

που την πλάτη θα σου γυρίσουν.

Είναι το αίσθημα της μοναξιάς που τόσες φορές έχω νιώσει στην παρουσία σου, όταν ένα παιχνίδι τελειώνει κι η ομάδα των νικητών γελά και πανηγυρίζει.

Κοσκίνισες τους χαρακτήρες, ξεκαθάρισες τις ψυχές και πήρες τα σκύβαλα…

 


 

Στις ανθρώπινες κοινωνίες, ανά τους αιώνες, πέρασαν  άνθρωποι ιδιαίτεροι, διαφορετικοί, τόσο παράταιροι με το γενικό σύνολο αλλά

και τόσο ξεχωριστοί στη μοναδικότητά τους.

Στον ασπρόμαυρο πίνακα της πόλης μας, ήταν η ύπαρξη τους που αποτέλεσε την μαγική, πολύχρωμη πινελιά.

Φτωχοί, με ψυχικές ή σωματικές ιδιαιτερότητες, επιζητούσαν να χάνονται μέσα στην πολυκοσμία, ένα με το πλήθος,

με τους ανθρώπους αυτούς που παρόλο που τους χλεύαζαν, εκείνοι με την άδολη ψυχή μικρού παιδιού τους αγαπούσαν.

Τα παιδιά ενός κατώτερου Θεού, τα σπουργίτια του Ρεθύμνου. Το Γιωργάκι, η Αλεκιντίνα, ένας γεροδεμένος κουρελής,

πάντα ξυπόλητος, χειμώνα- καλοκαίρι, που έκανε τον αχθοφόρο για ένα μεροκάματο.

Το Λιλικάκι, που γυρνούσε τα στενά της παλιάς πόλης μ’ ένα τενεκέ στο χέρι ζητιανεύοντας για λίγο λάδι.

Ο Γκόγκος, που κοιμόταν στην είσοδο του καμπαναριού της Μητρόπολης. Ένας πρώιμος “clochard” του Ρεθύμνου.

Η Κονσολίνα, που τριγύριζε στους χωμάτινους δρόμους της πόλης ντυμένη με κουρέλια, βρίζοντας και φωνάζοντας σα λυσσασμένη σκύλα.

Κι ο Λασπογιάννης…βουτηγμένος στη λάσπη του τσιμέντου, που η προδοσία της αγαπημένης του Φρειδερίκης , τον κατάντησε μέθυσο

κι απόκληρο της ίδιας του της ζωής.

Κανείς και τίποτε δεν είναι τέλειο σ’ αυτό τον κόσμο, ακόμη και τα πιο όμορφα πράγματα. Είναι  όμως όλα  ξεχωριστά!

Ξεχωριστό είναι και το Μπλαβί μου.

Άλλοτε αρρενωπός σαν αρχαιοελληνικό άγαλμα, τρυφερός σαν κορίτσι, παιχνιδιάρης και πειραχτήρι σαν άτακτο παιδί.

Γι’ αυτό για εμένα ήταν πάντα “το”, ο δαιμονάκος μου με τα πολλά πρόσωπα και τη σχιζοφρενή πολλές φορές αντίληψη των θεμάτων.

Είναι ακέραιο και τίμιο το Μπλαβί μου.

Σαν το νερό χρησιμεύει για ν’ αποκαλύπτει πράγματα που κρύβουν την αλήθεια. Τον έχω δει ανάμεσα στους κυνηγούς, να τους ωθεί να

βάζουν φωτιά σε γρίφο για να βρουν τη λύση, να τους επιβάλλει απόλυτη σιγή με ωτοασπίδες Χαβάης ή να τους προτρέπει να κυνηγάνε

γρίφους και θησαυρούς χειμωνιάτικα βράδια.. χωρίς καν να υφίσταται πραγματικό παιχνίδι.

Πονηρούλης και παιχνιδιάρης, διαβολικά έξυπνος είναι ο σούπερ σταρ του “ήξεις, αφήξεις..”.

Mέγας κομπογιαννίτης, τρέχει μέσα στα στενά της πόλης ζωγραφίζοντας “ξύλινα τείχη” χαζεύοντας τον κόσμο, γελώντας με τις αποκοτιές

και την ματαιοδοξία Χρυσών Κυνηγών. Κι όταν όλα τελειώσουν θα κρυφτεί στην τρύπα του, που μπορεί να μην είναι σήμερα η σπηλιά

του Γκιουλούμπαση αλλά ο χαμένος “Λαβύρινθος” των θρύλων  και της ιστορίας.

Και μέσα στο κρύο και τη μελαγχολία του Φλεβάρη θα ονειρεύεται το επόμενο ταξίδι, τον επόμενο χαμένο θησαυρό!

Κι όμως καλέ μου κυνηγέ θα σε βοηθάει πάντα. Ακόμη κι εάν η πρόκληση είναι διπλή!!

 


 

Ο Μιχαήλ, Μίσα για τους φίλους του, χαμογέλασε ευχαριστημένος καθώς έφευγε από το καφέ σαντάν.

Είχε ευχαριστηθεί το αγαπημένο του πιροσκί αλλά περισσότερο είχε μαγευτεί από την θεϊκή σιλουέτα και το λαμπερό χαμόγελο της Όλγας,

της μικρής μπαλαρίνας που το ταλέντο και τη συντροφιά της είχε απολαύσει εκείνο το βράδυ.

Αξιωματικός του Ρωσικού στρατού, πιστός χριστιανός και πιστός στο Μεγάλο Στρατηγό του.

Όλη μέρα επέβλεπε τις εργασίες για την κατασκευή του νοσοκομείου και μετά το σούρουπο περίμενε τα ολονύχτια σκανδαλιάρικα γλέντια

στη Λέσχη ή τα Καφέ Σαντάν.

Γόνος πλούσιας στρατιωτικής οικογένειας, είχε έρθει στο Ρέθυμνο ακολουθώντας το στράτευμά του κι αυτή τη μύχια ανάγκη

της ύπαρξής του για περιπέτεια και ταξίδια. Χαμογέλασε μόνος του καθώς θυμήθηκε τη συζήτηση που είχε με το Διοικητή του λίγες ώρες πριν.

Άκου να θέλει να φτιάξει καζίνο και ξενοδοχείο στο φρούριο της Φορτέτζας.

Μεγαλεία για μια πόλη που οι κάτοικοι της επιβίωναν από τα συσσίτια και την ελεημοσύνη του Ρωσικού στρατού.

Κοντοστάθηκε. Τα βήματά του τον είχαν οδηγήσει έξω από την πόλη, προς την παραλία.

Μπροστά του, λίγα μέτρα πιο μακριά, στέκονταν μια παράξενη φιγούρα. Μια μυστηριώδης γυναικεία ψιλόλιγνη φιγούρα, βγαλμένη

από τους θρύλους της πατρίδας του. Rusalka …ψιθύρισε καθώς θυμήθηκε τις ιστορίες που του έλεγε μικρός  η μπάμπουσκά του,

για εκείνες τις γυναικείες νύμφες του νερού, γοργόνες ή δαίμονες που παρέσυραν με το μαγικό χορό τους οποιονδήποτε άντρα βρισκόταν στο δρόμο τους.

Συνέχισε να κοιτάζει υπνωτισμένος την παράξενη γυναικεία μορφή. Άπλωσε τα χέρια να πιάσει το μυστηριώδες αυτό πλάσμα

που συνέχιζε να κινείται προς τη θάλασσα, ακολουθώντας τα βήματα ενός αρχέγονου, σιωπηλού χορού καθώς το νερό ανασήκωνε

τις άκρες του αιθέριου χιτώνα της, δημιουργώντας γύρω της ένα σύννεφο από μετάξι, σιφόν, νερό κι άμμο.

Κι όσο προχωρούσε η μαγική φιγούρα, τόσο προχωρούσε κι ο φτωχός ο Μίσα σε μια ανέλπιδη προσπάθεια να φτάσει,

να αγγίξει την ονειρεμένη γοργόνα του.

Και την ώρα που το φεγγάρι ξεπρόβαλε  μέσα από τα βαριά σύννεφα και το νερό σκέπαζε το κορμί του καθώς συνέχιζε

να προχωράει προς το θάνατό του, ένα δαιμονικό γέλιο έσπασε το μονότονο ήχο των κυμάτων και ο Μιχαήλ σαν τελευταία αναλαμπή,

είδε μπροστά του το άψυχο σώμα της μικρής αγρότισσας, που χρόνια πριν είχε πνιγεί στα καταπράσινα νερά του ποταμού της πατρίδας του,

προσπαθώντας να ξεφύγει από τον ανίερο έρωτά του. Τελικά όλα εδώ γύρω γυρνάν κι όλα εδώ πληρώνουν το τίμημά τους.

“Σχέτλια μεν έπαθες, ανόσια δι’ ειργάσω”.

Κι εσύ φτωχέ μου Zelenyy. Αποτελούσες πάντα πηγή έμπνευσης για την πόλη που μετοίκησες και στοίχειωσες.

Τόσο ζωντανός, ζεστός, δροσερός εκφραστής της ελπίδας των θνητών, ότι τα πάντα μπορούν ν’ αναγεννηθούν μέσα από τις στάχτες τους.

Ήσουν  η αλήθεια των κυνηγών. Τους βοηθούσες πάντα ν’ απελευθερωθούν από τα τραύματα και τα λάθη του παρελθόντος και να

επιστρέψουν στην ελπίδα και την “καλή τύχη”. Ήσουν αυτός που με την νοημοσύνη, την εξυπνάδα και την αισθαντικότητά σου,

ποτέ δεν χρειάστηκε τη γνώση να τσεκάρεις. Άπλωσες τις δυνατές σου ρίζες στην πόλη κι έδεσες τους ανθρώπους με τα δεσμά της ιστορίας, 

δίνοντάς τους ταυτόχρονα και την ελπίδα ότι το νέο, το καινούργιο, είναι πάντα εδώ, έτοιμο να φυτρώσει και να εμπνεύσει νέα παιχνίδια,

νέους μύθους, νέους πρωταγωνιστές,  στην πόλη των Γραμμάτων και των Τεχνών, των θρύλων και των παραδόσεων.

 


 

Η μαγεία δεν είναι τίποτε άλλο από επιστημονική γνώση η οποία δεν έχει ακόμη κατακτηθεί.

Όλο και πιο συχνά έφερνα τη φράση αυτή στο μυαλό μου προσπαθώντας να εξισορροπήσω το πραγματικό με την ουτοπία,

το υπαρκτό με την παραίσθηση. Τριάντα χρόνια τώρα ένας αδιάκοπος αγώνας της λογικής με την παράνοια.

Μόνο συνδετικό στοιχείο στην αέναη αλυσίδα του τόπου και του χρόνου η σιωπηλή πλάκα που με φειδώ μου αποκάλυπτε τα μυστικά της.

Ένα–ένα τα κομμάτια της θα μου μιλήσουν, αποκαλύπτοντας την ιστορία τους. Δεν είναι τυχαίο που ο δυνατότερος  δαίμων που γνώρισα είναι ο Βέρος.

Άλλωστε, είθισται σε αυτή τη ζωή να αποδέχεται ο άνθρωπος πρωτίστως, την ύπαρξη του κακού.

Είναι αυτός  ο οποίος λόγω της δύναμης που του δίνει η κακία του, θέλει να εξαπατά,  δημιουργώντας πάντα την  εντύπωση ότι η ψευδαίσθηση είναι η

πραγματικότητα που μας περιβάλλει!

Απρόσιτος, εχθρικός, παντοδύναμος.

Βέρος λεγόταν στην Κρήτη από την εποχή των Ενετών, ο στοιχειωμένος θησαυρός.

Κανείς δεν τολμούσε ν’ αγγίξει κρυμμένο θησαυρό αν τον έβρισκε τυχαία,  γιατί φοβόταν το στοιχειό του, την αμείλικτη τιμωρία που θα επέφερε

η παραβίαση των υποχθόνιων κανόνων.

Ένα καταχθόνιο στοιχειό είναι κι ο Βέρος! Το αρσενικό δαιμόνιο που κάνει αυτούς που τρέχουν να ακινητοποιούνται.

Σκοτεινός, εκδικητικός, φθονερός, δολοπλόκος.

Αρέσκεται να προκαλεί καταστροφές στο πέρασμά του.

Είναι αυτός που έφερε κατά καιρούς στη πόλη τόσες φθορές από δυνατά κι επικίνδυνα φυσικά φαινόμενα!   

Αντλεί την ευρωστία του από την αύρα των «κακών δρώμενων».

Φυτεύει στα μυαλά των κυνηγών ιδέες μοναδικές, για να τους κάνει σκλάβους του, μόλις εκείνοι πέσουν στην παγίδα του εγωκεντρισμού

και της ανωτερότητάς τους. Έσπερνε τη διχόνοια ανάμεσα τους και καλλιεργούσε τη ρουφιανιά. Υπάρχει παντού και πάντα. 

 «Πόλεμος πάντων μεν πατήρ εστί», έλεγε ο Ηράκλειτος, εννοώντας ότι όλα στη ζωή κερδίζονται με μάχη!

Για αυτό να προσέχετε… Γιατί τίποτε δεν πρόκειται να σας χαριστεί!!!

 


 

Ο όρος  Αναγέννηση σημαίνει ξαναγεννημό. Και παρ’ όλο που την εποχή της Βενετοκρατίας το Ρέθυμνο έζησε την πρώτη μεγάλη του ακμή

κι απέκτησε σπουδαία οικονομική ανάπτυξη, άλλαξε η αρχιτεκτονική του όψη και στολίστηκε με βενετσιάνικα έργα τέχνης,

ο αδέσμευτος και φιλελεύθερος λαός της πόλης, ποτέ δεν δέχτηκε αδιαμαρτύρητα τους ξένους εισβολείς.

Συσπειρώθηκε γύρω από τους τοπικούς άρχοντες και την ορθόδοξη εκκλησία και πάλεψε για τη λευτεριά του.

Κι εάν δεν την κέρδισε, μέσα από το ανυπότακτο πνεύμα των ανθρώπων της, μέσα από το μεγαλείο της ιστορίας της, η πόλη γέννησε την ALBA.

Φωτεινή, λαμπερή, ζωηρή, το απόλυτο καλό! Συνδέθηκε μαζί μου, με μια μοναδική αθώα καθαρότητα και δρα με γνώμονα την καλοσύνη,

την πίστη, την κατανόηση και το φως. Είναι η τελειότητα που φέρνει το σεβασμό, την ειλικρινή προστασία της πνευματικής αφθονίας,

τη γενναιοδωρία και την ελευθεροσύνη. Με  την υπέροχη φρεσκάδα της βοηθά τους ανθρώπους ν’ αποφεύγουν τα εμπόδια, ενθαρρύνοντας

και υποστηρίζοντάς τους στην κάθαρση των δράσεων και των σκέψεων τους.

Τρυφερή, μειλίχια έρχεται ν’ απαλύνει με αβρότητα τους πιο σκοτεινούς μου εφιάλτες. Φιλική, καλόβολη, αυθεντική, ευέλικτη κι αξιαγάπητη.

Είναι η αλληλεγγύη, η αρωγή σε κάθε δυσκολία των κυνηγών. Θα την συναντήσετε παντού.    

Είναι ο καλός Σαμαρείτης, η αφοσίωση στη γνώση, η ανταμοιβή της τιμιότητας. Είναι το ζύγι που διατηρεί την ισορροπία της ζωής.

Το ξόρκι που έσπασε μου έφερε την ενόραση. Πολύ γρήγορα συνειδητοποίησα ότι στο πέρασμα των χρόνων οι Δαίμονες προϋπήρχαν της πόλης,

επηρεάζοντας το ρου της ιστορίας. Χρόνο με τον χρόνο, σιγά- σιγά τους ανακάλυπτα έναν…έναν.  Χαλεπά τα καλά………….

Γρήγορα κατάλαβα ότι κάθε Φλεβάρη, πριν αρχίσει το παιχνίδι που παιζόταν στην πόλη και τι ειρωνεία ονομαζόταν “κυνήγι του θησαυρού”,

έκαναν την εμφάνισή τους…

Για να αποκτήσετε την ενόραση πρέπει πρώτα να αποκτήσετε τη Γνώση.

Η Γνώση είναι το μάτι που φυλάει, που ερευνά, που συγκρίνει, που σκέφτεται και περιμένει.

Προσθέτει στους περασμένους αιώνες το βάρος των καινούργιων και σαν υπομονετικός φρουρός του χρόνου, αποσπά ένα – ένα από το σύμπαν,

τα αιώνια μυστικά του!


 

Επίλογος

Τώρα λοιπόν που σας διηγήθηκα την ιστορία μου, που σας προσέφερα  τη γνώση και την ενόραση, μη με περνάτε για τρελό.

Τριάντα χρόνια τώρα παρακολουθώ στην πόλη σας το παιχνίδι, τη μάχη του καλού με το κακό. Τριάντα χρόνια παρακολουθώ τους δύο δαίμονες.

Ο ένας ο Βέρος είναι ο θυμός, η ζήλια, ο εγωισμός κι η κακία. Ο άλλος η Alba είναι η αλήθεια, η ωριμότητα, η συνέπεια, η καλοσύνη.

Αυτοί οι δύο είναι που καθορίζουν τους όρους στο παιχνίδι  της ζωής.

Κάθε φορά ξεσκίζει ο ένας τον άλλο, αλλά δεν κερδίζει πάντα ο καλύτερος. Κερδίζει αυτός που τον ταΐζετε.

Και τα τελευταία χρόνια ο Βέρος δυναμώνει, ισχυροποιείται και κραταιώνεται. Κι η  παντοδυναμία του έχει σκεπάσει την πόλη.

Είναι πια ο δυνατότερος, γιατί εσείς επιλέξατε να είναι!! Κι η ισορροπία έχει χαθεί.

Κι εμένα η γνώση όλων αυτών των χρόνων με κούρασε, ένας άρρωστος άνθρωπος έγινα κι εγώ.

Κι η αρρώστια μου όνομα δεν έχει. Δεν της βρήκα ακόμα τρόπο να υπάρξει. Και το παιχνίδι κουράστηκε κι αυτό.

Έχασε τη λάμψη, το κέφι και τη ζωντάνια του και κινδυνεύει  κι εκείνο να χαθεί. Γι’ αυτό ελάτε να παίξετε κι αυτή τη φορά.

Πάρετε βοήθεια κι αρωγή από τους Δαίμονες που σας γνώρισα. Τρέξτε, ψάξτε, κυνηγήστε,  για ν’ αποκαταστήσετε την ισορροπία.

Στη ζυγαριά της ζωής, βρείτε το ζύγι της καλοσύνης. Γιατί πάντα είναι κατάλληλος ο χρόνος για να κάνετε αυτό που είναι σωστό.

Κι όταν πρέπει να κάνεις κάτι, η πιο κατάλληλη στιγμή είναι το ΤΩΡΑ!!